“Το υαλοπωλείο”, του Άντη Ροδίτη

Το κείμενο αποτελεί τμήμα του βιβλίου του κ. Ροδίτη “Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες – Ύλη ιστορίας για μια αγγλική αποικία της Ελλάδος”, Εκδόσεις “Βιβλιοπωλείον της Εστίας”, σελ. 57 έως 68. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό κείμενο που αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστό. Δίνει σε εμάς τους Ελλαδίτες με λίγες φράσεις να καταλάβουμε το βαθύτερο κυπριακό δράμα του σήμερα. Ένα δράμα μεγαλύτερο από αυτό της εισβολής και της κατοχής.

Στην αρχή φαίνεται ίσως κάπως βαρετό και ακαταλαβίστικο. Όμως αξίζει τον κόπο να διαβαστεί μέχρι τέλους. Ακόμη και αν βαρεθείτε στην αρχή, μην προχωρήσετε κατευθείαν στο τέλος, διαβάστε το με τη σειρά! Όταν το τελειώσετε, ίσως χρειαστεί να το ξαναδιαβάσετε για να το καταλάβετε όλο. Καλή ανάγνωση.

Το υαλοπωλείο

(από το βιβλίο του Άντη Ροδίτη «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες – Ύλη ιστορίας για μιαν αγγλική αποικία της Ελλάδος», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 57 έως 68)

            Ο μεγάλος σεισμός που κτύπησε την Κύπρο το ’74, την κατέστρεψε μεν, αλλά ενδυνάμωσε όσο δεν φαντάζεσθε τη φήμη του υαλοπωλείου του Μιχαήλ Μούσκου (σημ.: Μιχαήλ Μούσκος: το κοσμικό όνομα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ’), ο οποίος ήταν η Κύπρος. «Εγώ είμαι η Κύπρος» είχε προ πολλού, σε ανύποπτον χρόνο, δηλώσει.

           Οι υπάλληλοι στο υαλοπωλείον έκαμαν τέλεια τη δουλειά τους. Με τα χέρια, με τα μπράτσα, με τους αγκώνες, με τα γόνατα και τους μηρούς, τις μύτες των ποδιών, τη μέση, τους γοφούς, τις παρειές, ακόμα και με την άκρη της μύτης μερικοί και την κορφή του κεφαλιού, κράτησαν τα γυαλικά στη θέση τους. Κουνήθηκαν άγρια, δεν λέω. Κι αν μερικά κομμάτια έπεσαν από τα ράφια, τ’ άρπαξαν οι υπάλληλοι στον αέρα. Σας το λέω να το γράψετε. Λες και γίνηκε ο σεισμός για ν’ αποδειχτεί η ποιότης του πραμάτειας του καταστήματος.

             Χρειάστηκε να μπει στο κατάστημα ταύρος, ονόματι Παντελής, για να γίνουν πραγματικές ζημιές. Σε στιγμή μάλιστα που η διαφήμιση ήταν στο φόρτε της και τα ταμεία είχαν κουφαθεί στην είσπραξη. Έμπαινε το εμπόρευμα το πρωί και μέχρι το απόγευμα έβλεπες μόνο άδεια ράφια. Ξεθεωμένους τους υπαλλήλους να μετρούν την είσπραξη. Μόλις έκλειναν οι πόρτες, μπροστά τους άρχιζαν να μαζεύονται οι ουρές της επομένης. Κάποτε δέρνονταν κιόλας ποιος θα στεκόταν πιο μπροστά, ποιος ήρθε πρώτος κι άλλα τέτοια. Εφτάμιση η ώρα το πρωί έφτανε το εμπόρευμα από πίσω κι από μπροστά μπουκάραν οι πελάτες. Ούτε που προλάβαιναν να κάτσουν τα γυαλικά στα ράφια κι εξαφανίζονταν αμέσως.

             Το κάθε σπίτι καμάρωνε για ψώνια από του Μούσκου: «Δημοκρατίες», «αντιστάσεις», «αγώνες» αντιχουντικοί και μακροχρόνιοι, αντιφασιστικοί κι απελευθερωτικοί, ανεξαρτησιακοί, αντικαπιταλιστικοί, αριστεροί, προοδευτικοί, ρώσσικοι και κουβανέζικοι και κινεζικοί, ό,τι μπορεί να φανταστεί ο καθένας, σ’ όποιο σχήμα και απόχρωση το φτιάξει ελεύθερα ο νους του. Είχε προχωρήσει σε τέτοιο βάθος η διαφήμιση που αν δεν είχες στο σπίτι σου μαρτυρία, αν δεν σε είχαν δει στο υαλοπωλείον να ψωνίζεις για το σπίτι, όφειλες τουλάχιστον να σιωπάς, να βγάζεις σκασμό ή αν ήσουν άνδρας να ζητήσεις έλεος, συγχώρεση κι άφεση αμαρτιών. Και πάλι αν θα ‘παιρνες τέτοιο κοκό θ’ αποφάσιζαν ξένοι ή οι γείτονες, εσένα δεν σου ‘πεφτε κανένας λόγος.             Υπό συνθήκες τέτοιες, να ‘σου ο Παντελής. Διέλαθεν της προσοχής τους καθώς απόμερα ζουν οι ποιητές κι ουδείς οσμίζεται τι διάολο σκαρώνουν στα μυαλά τους. Εικοσιμιά πατημασιές του μέσα στο μαγαζί εμέτρησα εν όλω. Κι η κάθε μια ζημιά μεγάλη. Μετά τον έφαγαν σε μπιφτέκια: μήντιουμ, ρέαρ και γουέλλ νταν. Έστω. Τη ζημιά την είχε κάμει.

Ίχνη από την πατημασιά δεκαεννιά:

Την Κυριακή
στις 10 η ώρα το πρωί
θα πετάξει το χρωματιστό μπαλόνι
απ’ τον περίβολο της Καθεδράλας
ως εκ τούτου
καλείται ο λαός να διαδηλώσει τα αισθήματά του
και θα επακολουθήσει συλλαλητήριο.

Να σας το πω κι αλλιώς: Εκεί που καθόμασταν αμέριμνοι στο λίβιγκ ρουμ μας και βλέπαμε μια ταινία γουέστερν που εξέπεμπε το Ίδρυμα, άλογα να καλπάζουν, να πέφτουν πιστολιές και βέλη να σφυρίζουν, όλα καλά κλεισμένα και ακίνδυνα μέσα στο γυαλί, πέφτει στο χαλί μπροστά μας κι αμέσως παίρνει διαστάσεις 1.80 ύψος, άνθρωπος κανονικός και έγχρωμος, ένας Ινδιάνος. Χεστήκαμε. Η γιαγιά έμεινε στον τόπο. Η μαμά του ρίχνει απ’ την κουζίνα ένα τηγάνι που μόλις είχε βγάλει απ’ τον ντουλάπι να ρίξει μέσα τις πατάτες κι εγώ τρέχω στο παράθυρο. Ακριβώς έξω είναι η βρύση με το λάστιχο που ποτίζω τα λουλούδια. Μ’ έχει κυριέψει η ιδέα να τον σβήσω με νερό. Σκύβει αυτός, βροντάει το τηγάνι πίσω του στον τοίχο, απ’ τη φαρέτρα τού πέφτουν πέντε (αυτά είν’ όλα) βέλη.

            – Σταθείτε, λέει, δεν έχω κακό σκοπό.

            – Γρήγορα μέσα, του φωνάζω, πίσω στη θέση σου, τι γυρεύεις έξω απ’ το γυαλί;

             Καθώς τα λέω αυτά πιάνει το μάτι μου στην οθόνη μέσα να ‘χει το έργο σταματήσει. Είναι τώρα εκεί μαζεμένοι πιστολάδες με καπέλα και σπιρούνια κι Ινδιάνοι αντάμα και βουβά τον βρίζουν. Νεύουν, του φωνάζουν να ‘ρθει πίσω, δείχνουν τις γροθιές τους. Γυρίζει αυτός σε μας.             – Τι κάθεστε, λέει, και βλέπετε βλακείες; Δεν είναι αυτή η αλήθεια.

            Χαλάει ο βλάκας όλη μας τη ρουτίνα, την αλήθεια μας, για να μας είπει μια δική του. Βρε άντε, ουστ, του κάνω κι ανοίγω τη βρύση. Το νερό είναι κομμένο. Στο μεταξύ αρχίζουν να γλιστρούν απ’ την οθόνη ασπρόμαυρα ανθρωπάκια μια σπιθαμή ψηλά, καουμπόυδες και Ινδιάνοι, συνάδελφοί του ποιητές και τον τραβούν απ’ τα μπαντζάκια. Γυρίζει αυτός και κλείνει την τηλεόραση. Όσοι δεν πρόλαβαν να πηδήξουν έξω, χάνονται στο άπειρο χειρονομώντας τρομοκρατημένοι. Ο δικός μας Ερυθρόδερμος δρασκελά ένα τραπεζάκι. παρακάμπτει τον καναπέ, πηδά μια πολυθρόνα και βγαίνει έξω. Πίσω του τσούρμο τα κωθώνια, τσιρίζουν σαν ποντίκια.

            Το βράδυ στις ειδήσεις είπαν για έναν Ερυθρόδερμο γυμνό που συνελήφθη στην περιοχή Μακεδονιτίσσης. Είχε βγάλει τα ρούχα του, τα στοίβασε μπροστά του με κάτι κιτάπια που κουβάλαγε και τους έβαλε φωτιά. Καθόταν σταυροπόδι και τα ‘βλεπε να καίονται.

            Ίχνη από την πατημασιά δεκαεφτά:

Δεν έρχονται δεν έρχονται
δεν έρχονται τα πουλιά που περίμενες.
  Στον άδειο χώρο
στον τόπο της απουσίας τους
λέγε τι βλέπεις
δείξε τι βλέπεις, μάγισσα.
 Τα πουλιά δεν ήρθανε.
Δυνατοί άνεμοι
τ’ αλλαξοδρόμησαν
κι ένας σατανάς χλιμιντρίζοντας
κατρακυλάει πολύχρωμος
κρατώντας απάνω σε ξόβεργα
όλα τα πουλιά
που περίμενες.

 Ήταν Δεκέμβρης του 1975. Εργαζόμουν ως βοηθός στο εβδομαδιαίο, πολιτιστικό πρόγραμμα «Ορίζοντες» που άρχισε να μεταδίδεται από τον Οκτώβρη. Ένα από τα κυριότερά του θέματα ήταν η παρουσίαση των καινούργιων βιβλίων. Κυρίως «ποίησις». Την εποχή εκείνη οι συνθήκες παραγωγής στίχων ήταν ιδεώδεις. Οι ποιητικές συλλογές έφταναν κοντά μας σωρηδόν. Είχαμε ειδικούς συνεργάτες που τους τις παραδίδαμε, τις περνούσαν ένα διάβασμα, έγραφαν δυο καλά λόγια για την καθεμιά κι από δω παν κι άλλοι. Οι δημιουργοί, πολύ συχνά διάφορες αργόσχολες κυρίες, φιλόλογοι ή νέοι που φαντάζονταν καριέρες στη λογοτεχνία (υπήρχε ακόμη το είδος), κάθονταν στα σπιτάκια τους και παρακολουθούσαν έκπληκτοι κι ευλαβείς την τιβί ν’ ασχολείται με την αφεντιά τους. Υπήρχαν βέβαια και οι καθιερωμένοι λογοτέχνες των οποίων τα έργα ο εκάστοτε «κριτικός» μας αντιμετώπιζε πάντα με μίαν γενικώς ευνοϊκή διάθεση διότι, πρώτον, ήταν φίλοι του και διότι, δεύτερον, σύντομα κι ο ίδιος θα ‘βγαζε κάποιο βιβλίο και κάποιος ή κάποιοι, αν όχι όλοι από αυτούς που τώρα κριτίκαρε, θα διορίζονταν και οι ίδιοι κριτές του στην επιτροπή κρατικών βραβείων λογοτεχνίας, οπότε φύλαγε τα ρούχα του να έχει τα μισά.

             Εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη του 1975, ο κλητήρας παρέδωσε στο γραφείο μου ένα χακί φάκελο που περιείχε ό,τι πιο φτηνό σε ποιότητα χαρτιού και μορφή βιβλίου μπορούσε να υπάρξει. Τριάντα περίπου σελίδες, με ξώφυλλο σκέτο κόκκινο χαρτόνι, δεμένα με συνδετήρα. Κανένα διακοσμητικό σχέδιο. Μόνο πάνω πάνω στο κέντρο, με μικρά γραμματάκια έγραφε «Παντελή Μηχανικού», λίγο πιο κάτω, όχι ακριβώς στο κέντρο και με κάπως μεγαλύτερα γράμματα «Κατάθεση» και κάτω κάτω πάλι με τα ίδια μικρά γραμματάκια «Κύπρος 1975».

             Μέσα σε λιγότερο από μισή ώρα είχα διαβάσει και τα εικοσιένα ποιήματα της συλλογής. Μετά, έκλεισα την πόρτα του γραφείου κι άρχισα να γράφω:

«ΚΑΤΑΘΕΣΗ»

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ

Με ρυθμό κονσερβοποιίας οι τυπογραφικές μηχανές συσκευάζουν καθημερινά σε βιβλία πολύχρωμα, πολυσέλιδα ή λιγοσέλιδα, ποιήματα. Αισθήματα, εικόνες, μηνύματα επαναλαμβανόμενα, αόριστα, γνωστά και άγνωστα, μετασχηματισμένα, τυποποιημένα. Ο εχθρός τα παραλαμβάνει, τα επαινεί, τα εξουδετερώνει. Λες κι όλα είναι διευθετημένα εκ των προτέρων, μια μάχη με μολυβένια στρατιωτάκια. Ξέρει ο καθένας πού θα χτυπήσει, πώς και πού θα «πέσει». Κι η ζωή τραβάει την ανηφόρα. Την οικονομική ανηφόρα, γιατί όλοι ξέρουν πια πως δεν υπάρχουν ή δεν υπάρχει λόγος να υπάρχουν άλλου είδους ανηφόρες.

            Κι όμως ξαφνικά, μέσα στον κόσμο της ψευτιάς, σημειώνεται μια έκρηξη, που θα ήταν δυνατό να αιφνιδιάσει τον ύπνο αν οι ίδιες οι ποιητικές συλλογές που προηγήθηκαν δεν γίνονταν, μέσα στην αφέλειά τους, οι φρουροί του μεγάλου Ύπνου. Ή έκρηξη είναι τα ποιήματα του Παντελή Μηχανικού.

 Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν
για να υπερασπίσει το χώμα
απ’ όπου διάβηκε η αγάπη του.

 Την αγάπη του όμως την έστησαν επιπόλαιοι εραστές φρουρό του εχθρού του. Κι αυτό σίγουρα το ξέρει ο ποιητής. Και παράλογα, γι’ αυτό άλλωστε εξακολουθεί να είναι ποιητής, περιμένει το ξύπνημα.             Όμως η έκρηξη των ποιημάτων του Παντελή Μηχανικού δεν είναι παρά η απλότητα και το πάθος, με τα οποία εκφράζει τα γνήσια αισθήματα του Κύπριου που δεν τον παρασέρνουν τα «χρωματιστά μπαλόνια», η συνθηματολογία και οι παραχαραγμένες αξίες. Αισθήματα γνήσια που κρύψαμε μέσα μας, ποδοπατημένοι από τα αμείλικτα ρεύματα των κατασκευασμάτων της χαμένης ευημερίας μας που τώρα ξανακυνηγούμε για να επιζήσουμε (δεν ξέρουμε πια άλλο τρόπο), ξαναφέρνει στην επιφάνεια η ποίηση του Παντελή Μηχανικού. Μας θυμίζει τη χαμένη ανθρωπιά μας και τον ευγνωμονούμε. Μέσα από τη θλίψη του ξαναζωντανεύουν βλέμματα. Βλέμματα ανοιχτά παράθυρα στον χαμένο κόσμο της ομορφιάς, της πίστης, της αγάπης που τόσο διασύραμε, τόσο εξευτελίσαμε νομίζοντας πως διαγράφτηκε πια, πως όσοι έπεσαν, έπεσαν, κι οι άλλοι θα ζήσουν πηδώντας πάνω στα τραπέζια, σε απανωτά ξενύχτια. Γιατί εκτός που είμαστε άοπλοι για τέτοιου είδους συνέχεια, κάναμε το παν να χάσουμε και τα λίγα εφόδια που διαθέταμε. Και αφού εκείνη «με τα μαλλιά καψαλισμένα» κι όχι από την εισβολή, κι όχι από το πραξικόπημα, ρίχτηκε…από την πέτρα του Ρωμηού πίσω στη θάλασσα
 …η ψυχή
μάς αγναντεύει αθάνατη
καθισμένη σε ψηλό κλαρί.
Ψάλλει.
Κι ένα δάκρυ πέφτει απ’ το τραγούδι της
…………………………………………………………………………
Κλαρί της μυγδαλιάς!
Κράτησέ την απαλά κράτησέ την τελετουργικά
κράτησέ την με δέος.
…………………………………………………………………………
Και δώσε της, ήλιε μου, τη δυνατή φωτιά
να κάψη
μέσα στις μάσκες
το θάνατο.

Αυτή δεν είναι μια «κριτική» των ποιημάτων του Μηχανικού, ούτε έπαινος, ούτε παρουσίαση. Τέτοιες θανατηφόρες βολές δεν τις χρειάζεται η ποίησή του και πάνω απ’ όλα δεν θα ‘θελα να γίνω εγώ εκτοξευτής τους. Παρατάσσομαι απλώς μαζί του και μ’ όσους δεν τους είναι εύκολο να εγκλιματίζονται, να εγκαταλείπουν και να προχωρούν στα σκοτεινά, φορτώνοντας αλλού τις ευθύνες σαν ξεκουτιασμένοι τυφλοί που κάθε φορά που σκουντουφλούν ξελαρυγγιάζονται καταρώμενοι φανταστικά πρόσωπα ή τυχαίους περαστικούς.

             Αυτός που θαύμασε όταν με το κεφάλι κομμένο στο δίσκο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έριξε μια δυνατή φτυσιά στα μούτρα του Ηρώδη, δεν μπορεί παρά να ξεθάβει πτώματα και να τους φυσά για να τα ξαναζωντανέψει, αφού όχι μόνο δεν πρόκειται ν’ ανθίσουν, αλλά παραχωμένα καθώς είναι διαδραματίζουν ρόλο ναρκών. Κάποτε ούτε να κινηθούμε δεν θα μπορούμε. Όλη η γη θα ‘ναι σπαρμένη με τέτοιες νάρκες.

 - Το κουφάρι που εφύτεψες πέρσι στον κήπο σου άρχισε να βλαστάη; Θ’ ανθίση εφέτος;

[Σημείωση: εδώ τελειώνει το κείμενο του Δεκεμβρίου 1975, που στο βιβλίο είναι γραμμένο με διαφορετικούς χαρακτήρες.]

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Αλήθεια στις 15 Δεκεμβρίου 1975. Από τότε είμαι πολύ περήφανος επειδή ήμουν ο πρώτος που χαιρέτισε δημόσια, χωρίς δεύτερες σκέψεις και δισταγμούς την Κατάθεση κι ας μην είμαι περήφανος που αυτολογοκρίθηκα όταν έγραφα το σημείωμα. Γιατί με τα πρώτα αποσιωπητικά παρέλειπα ακριβώς εκείνους τους στίχους που όχι μόνο στάθηκαν το πιο επίμαχο σημείο, ήταν ίσως οι πιο δραματικοί της συλλογής, σίγουρα ήταν οι τελευταίοι που εγώ ήθελα να παραλείψω, αλλά ήταν κιόλας εκείνοι που στοίχισαν τα πάνδεινα στο Μηχανικό, ίσως και την ίδια τη ζωή του. Άραγε γι’ αυτό ακριβώς προσπάθησα να τους αποφύγω; Κ’ ένα δάκρυ πέφτει απ’ το τραγούδι της
- δικό της ήτανε το σώμα αυτό
που ήξερε κι αυτό να τραγουδή
που ήξερε κι αυτό να ψάλλη
με ολοζώντανες αισθήσεις μέσα στο στήθος σου
εν υψίστοις βαθειά στους κόλπους
- δικός της ήτανε ο κόσμος αυτός
Και ψάλλει ε και ψάλλει ε
Και ψάλλει νω και ψάλλει ση.

Αυτό το αξιολύπητο, ζωντανό μα άψυχο σώμα, είμαστε εμείς. Την ψυχή μας, την ταυτότητά, την ουσία μας είχαμε κατορθώσει εμείς οι ίδιοι να εξορίσουμε από το σώμα μας. Κι αυτή, σαν πουλί, «σε ποιο δεντρί – σε ποιο κλαρί – να βρίσκεται τώρα η ψυχή μας – φίλοι», αφήνει ένα λυγμό, ένα τραγούδι. Κλάμα και δάκρυ που δεν αποτελείται παρά από μια λέξη όλη κι όλη και που μας απαγορεύεται τώρα και να την προφέρουμε. Παλιά, με αυτή τη μια λέξη μπορούσαμε να εκφράσουμε την αγανάκτηση για τα χίλια χρόνια σκλαβιάς μας, διαδηλώναμε την εμμονή στην ταυτότητά μας, την απόφαση να πεθάνουμε για τη λευτεριά μας. Μ’ αυτή τη λέξη στο στόμα είχαμε επανακτήσει την αυτογνωσία και την αξιοπρέπειά μας, γι’ αυτήν οι καλύτεροι από μας δέχτηκαν με χαρά να πυροβοληθούν, να καούν ζωντανοί, ν’ απαγχονισθούν, να πεθάνουν στα βασανιστήρια, παρά να την αρνηθούν. Κι αυτήν τώρα, βουβά, εξαρθρωμένη συλλαβή προς συλλαβή, μπορούσαμε μόνο σαν μοιρολόι να ψάλλουμε: «Και ψάλλει ε και ψάλλει ε και ψάλλει νω και ψάλλει ση».

             Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, αφού είχα για μια δεκαετία πάψει ν’ ασχολούμαι με τη λογοτεχνία, μετά από ένα ξέσπασμα αγανάκτησης για τη δική μας αδυναμία, αλλά και για την υποκρισία και την παλιανθρωπιά του ΟΗΕ, των Υπερδυνάμεων, της λεγόμενης «διεθνούς κοινότητος», που εκδηλώθηκε με στίχους, δεν μπορούσα παρά να ονομάσω τη συλλογή «Και ψάλλει ε και ψάλλει νω». Ήθελα με την απάλειψη της τελευταίας συλλαβής να δείξω πόσο είχαμε προχωρήσει από το ’75 όταν έστω και σπασμωδικά, συλλαβιστά, μπορούσαμε ακόμα να την προφέρουμε ολόκληρη. Το ’94 την ήθελε ασυμπλήρωτη, ακρωτηριασμένη, διαμελισμένη.

             Όμως και στη νουβέλα Συνωμοσία που πρωτοδημοσίευσα πολυγραφημένη το ’78 και εξέδωσε το «Αιγαίον» το ’83 μαζί με άλλα διηγήματα, κεντρικό θέμα αποτελούσαν οι στίχοι της Κατάθεσης του Μηχανικού. Κι όταν αργότερα κράτησα στήλες χρονογραφημάτων σε εφημερίδες, συχνά επανερχόταν ο Μηχανικός. Οι στίχοι του δεν μ’ άφησαν ποτέ. Ακόμα και τώρα ένας από τους τίτλους που σκέφτομαι γι’ αυτό το γραφτό είναι ο στίχος «όλα τα πουλιά που περίμενες».

             Αυτά σκεφτόμουν κι αισθανόμουν, τότε, εγώ. Οι άλλοι; Οι άλλοι είναι μια άλλη ιστορία.

[Τέλος αποσπάσματος]

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.