Αποπροσωποποίηση

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα του Ηρακλείου: «Πατρίς»

Του Γιάννη Τσερεβελάκη*

Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου υπήρξε όντως ένα γεγονός συγκλονιστικό, όχι επειδή ο μακαριστός κατείχε μια κορυφαία θέση κι ένα κορυφαίο εκκλησιαστικό αξίωμα, αλλά επειδή η τελευταία, μετά τον καρκίνο, περίοδος της ζωής του και η πορεία του προς το αναπόφευκτο τέλος ανέδειξε το πραγματικό, το ανθρώπινό του πρόσωπο. Ήταν η περίοδος που ο αρχιεπίσκοπος δοκιμάστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» και έχοντας επίγνωση της κατάστασής του πορεύτηκε με γενναιότητα και χριστιανική υπομονή και πίστη μια πορεία τραχεία και δύσκολη, δείχνοντας ότι το μέταλλο της ψυχής του ήταν πολύ καλής ποιότητας.

Έτσι η κοσμοσυρροή που παρατηρήθηκε, τόσο κατά τη διάρκεια της έκθεσης του σκήνους του σε λαϊκό προσκύνημα όσο και κατά τη μεταφορά του στην τελευταία του κατοικία, ήταν δικαιολογημένη, αν λάβουμε υπόψη και το κοινωνικό -κυρίως- έργο που άφησε φεύγοντας από τη ματαιότητα τούτου του κόσμου. Ωστόσο, η κοσμοσυρροή αυτή ερμηνεύτηκε ποικιλότροπα. Πολλοί ήταν εκείνοι που τη θεώρησαν αποτέλεσμα και απόδειξη της αγάπης του λαού μας προς την Εκκλησία. Άλλοι είπαν πως οφειλόταν στην αγάπη του κόσμου προς τον κοιμηθέντα αρχιεπίσκοπο. Κάποιοι άλλοι, όμως, είπαν πως αυτή η συρροή του κόσμου αποδεικνύει πως δεν είμαστε ακόμη Ευρωπαίοι, αλλά θυμίζουμε Ιράν!

Δεν θα συζητήσω διεξοδικά τις απόψεις αυτές, παρόλο που η τελευταία χρήζει απαντήσεως. Εκείνο που έχω να πω είναι ότι ένα μέρος του λαού μας αγαπά όντως την Εκκλησία του και το δείχνει, όποτε χρειαστεί. Είναι επίσης σίγουρο ότι ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος ήταν αγαπητός σε πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων, πιστών και μη. Είναι σίγουρο ακόμη ότι ο δεσμός του Έλληνα με την Εκκλησία του και τον κλήρο δεν είναι ο ίδιος με αυτόν των καθολικών προς την Εκκλησία και τον κλήρο τους ή των Προτεσταντών με τις δικές τους «Εκκλησίες». Εδώ η Εκκλησία είναι ζυμωμένη με την ιστορία μας, ο πολιτισμός της είναι ο λαϊκός μας πολιτισμός και υπʼ αυτή την έννοια θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει κανείς ακόμη και κάποια υπερβολή. Σίγουρα η Ελλάδα είναι δημοκρατία, δεν είναι φονταμενταλιστική χώρα. Και η Εκκλησία, μέσα στο πλαίσιο αυτό, γνωρίζει τα όριά της και τα σέβεται. Αν, από την άλλη μεριά, ο Έλληνας την εμπιστεύεται, αυτό είναι δικαίωμά του και δεν θα πρέπει κανείς να εκπλήσσεται γιʼ αυτό.

Επανέρχομαι όμως στο αρχικό ερέθισμα, για να πω ότι, πέραν όλων των παραπάνω, πιστεύω ότι η κοσμοσυρροή ήταν αποτέλεσμα κι ενός άλλου (κατά τη γνώμη μου βασικού) λόγου. Ποιος είναι αυτός θα φανεί ευθύς αμέσως. Πολλοί έχουν επισημάνει εδώ και χρόνια ότι η εποχή μας είναι η εποχή της υποχώρησης των προσωπικοτήτων, για να μην πω του προσώπου. Πράγματι, μια κάπως προσεκτική παρατήρηση των γεγονότων θα πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι η εποχή μας δεν έχει να επιδείξει αυτό που ονομάζουμε «προσωπικότητα». Με τον όρο εννοώ το «εξέχον» πρόσωπο, το πρόσωπο που ξεχωρίζει, όχι όμως λόγω της θέσης που κατέχει στην κρατική, εκκλησιαστική, κομματική, κοινωνική, επαγγελματική ή άλλη ιεραρχία, αλλά λόγω της καλλιέργειας και ανάδειξης στον υψηλότερο βαθμό και συγχρόνως της αρμονικής ενότητας εντός του ίδιου ανθρώπου όλων των φυσικών, πνευματικών, κοινωνικών, συναισθηματικών και ηθικών του χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων. Δύσκολα βρίσκει σήμερα κανείς ανθρώπους που έχοντας αναπτύξει συνολικά τον εαυτό τους και, ακτινοβολώντας μια πνευματική και ηθική ποιότητα, να είναι σε θέση να επηρεάσουν και να ασκήσουν γοητεία στους γύρω τους. Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν «μικρύνει» πολύ, οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν υποταχθεί στο σύστημα, οι εκκλησιαστικοί ταγοί μένουν κλεισμένοι στην ασφάλεια που τους παρέχει ο θεσμικός τους ρόλος, οι δάσκαλοι έχουν γίνει μικροί δημόσιοι υπάλληλοι.

Ωστόσο, οι άνθρωποι θέλουν τις προσωπικότητες, θέλουν τους ανθρώπους που θα δώσουν έκφραση στα οράματα και τις επιδιώξεις τους ανά εποχή. Άραγε, ποια θα ήταν η ανθρωπότητα χωρίς το Μ. Αλέξανδρο; Θα γινόταν πραγματικότητα η Μεγάλη Ελλάδα χωρίς το Βενιζέλο; Και ποια η τύχη της Ρωσικής Επανάστασης χωρίς το Λένιν; Και πώς θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς τον Πλάτωνα; Η μεγάλη προσωπικότητα είναι εκείνη που θα κληθεί από τις κοινωνικές δυνάμεις που επηρεάζει και συγκινεί, να δώσει λύσεις σε προβλήματα, να ικανοποιήσει αιτήματα, να αντιμετωπίσει κινδύνους, να ανταποκριθεί στις επιδιώξεις, στις προσδοκίες, στα οράματα, στους ανεκπλήρωτους πόθους της κοινότητας. Βέβαια ο ρόλος της προσωπικότητας δεν είναι πάντοτε θετικός. Τρανό παράδειγμα είναι ο Χίτλερ, ο οποίος επηρέασε αρνητικά την ιστορία με όσα φρικαλέα διέπραξε. Μα ο λόγος δεν είναι για τούτες τις επικίνδυνες προσωπικότητες. Είναι για τις άλλες, αυτές που μπορούν να ενώσουν τους λαούς, να τους εμπνεύσουν, να τους παραδειγματίσουν προς τα έργα τα μεγάλα της ειρήνης, της αλληλεγγύης και του αλληλοσεβασμού. Αυτές που μπορούν να δράσουν σε μια κατεύθυνση εξόδου από το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει ο σύγχρονος κοινωνικός μας βίος (για νʼ αναφερθώ στην ελληνική πραγματικότητα). Δεν ψάχνουμε για Μεσσίες. Ψάχνουμε για ξεχωριστούς ανθρώπους, ψάχνουμε για πρόσωπα καθαρά, ακέραια, με ηθικό και πνευματικό βάρος και ηγετικές ικανότητες, ένα «είδος προς εξαφάνιση».

Πού να οφείλεται άραγε του φαινόμενο της απουσίας προσωπικοτήτων; Στο μαζικό οικουμενισμό της εποχής μας και στη συνακόλουθη αχρήστευση και σμίκρυνση του προσώπου λόγω της εργαλειακής του αντιμετώπισης από το σύστημα; Στη νέα τεχνολογία και κυρίως στην τηλεόραση που, καθώς γίνεται ο «αψευδής» μάρτυρας όλων των μικροτήτων και των ατελειών των κατεχόντων τις ηγετικές θέσεις, τους σχετικοποιεί και τους απομυθοποιεί; Στη δημοκρατία μας, που καταργεί τις αποστάσεις ανάμεσα σε άρχοντες και αρχομένους; Σε ψευδοδημοκρατικές αντιλήψεις, που αναφέρονται σε μια ισοπεδωτική «ισότητα», η οποία όμως, όπως έχει αποδειχθεί, λειτουργεί πάντα προς τα κάτω; Στη μονομερή επιδίωξη της ευμάρειας και του χρήματος, που δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ανθρώπου των ημερών μας; Στην παιδεία μας, που έχει υποταχθεί στις επιδιώξεις του αγοραίου καπιταλισμού κι έχει μεταβληθεί σε εμπόρευμα; Μήπως σήμερα, στην εποχή της μετανεοτερικότητας, οι άνθρωποι έπαψαν να έχουν οράματα και άρα είναι δύσπιστοι σε καθένα που παρουσιάζεται ως εκφραστής τους; Ή σε μια αντίληψη που θέλει το «φαίνεσθαι» υπέρτερο του «είναι» και μεταβάλλει τα πάντα σε «σόου»; Η απάντησή μου σʼ αυτά τα ερωτήματα είναι πως όλα όσα αναφέρθηκαν αποτελούν σίγουρα αιτίες του φαινομένου, με κύρια όμως, καθώς πιστεύω, την τελευταία. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει υποταχθεί στη λογική του «φαίνεσθαι» και άρα στους κανόνες της προβολής, της αυτοπροβολής και της δημοσιότητας, πιστεύοντας στη δύναμη της εικόνας, στη δύναμη του μέσου και όχι του προσώπου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια κατασκευή, μια «προκάτ» προσωπικότητα, μια προσωπικότητα-μαϊμού (ας μου συγχωρεθεί η φράση), η οποία πιστεύει ότι θα επηρεάσει και θα παίξει ηγετικό ρόλο μόνο με την ωραία εικόνα της στην οθόνη της ΤV.

Αυτή, ωστόσο, η εικόνα δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι φευγαλέα. Για τη διατήρησή της απαιτείται η σταθερή παρουσία στην TV, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Σε τούτη όμως τη ζωή δεν μπορεί κανείς να «πουλάει πάντα μούρη», δεν μπορεί «να γράφει πάντα στο γυαλί» της TV. Έρχεται ώρα που η εικόνα ξεθωριάζει, ο μύθος σβήνει και το ψεύδος αποκαλύπτεται. Και τότε οι άνθρωποι ξυπνούν, απογοητεύονται και νιώθουν μόνοι, αφού οι ελπίδες τους αποδείχνονται φρούδες.

Να, λοιπόν, πού οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, η κοσμοσυρροή στο λαϊκό προσκύνημα και στην εξόδιο ακολουθία του μακαριστού Χριστοδούλου. Ο ελληνικός λαός στο πρόσωπό του είδε αυτό που λείπει από την ελληνική πολιτική (και όχι μόνο) πραγματικότητα: την προσωπικότητα. Και κατάλαβε, όπως το έδειξε η αξιοπρέπεια και ο χριστιανικός τρόπος με τον οποίο εκείνος αντιμετώπισε το θάνατο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ένα κατασκεύασμα των «μίντια», αλλά ένας αληθινός άνθρωπος, που όχι μόνο με τη ζωή αλλά και με το θάνατό του (παρά τα λάθη του) λειτούργησε ως προσωπικότητα, είχε την ακτινοβολία και το κύρος που πρέπει να έχει ο ηγέτης, μπορούσε να ξυπνήσει συνειδήσεις, είχε την τόλμη να πει αυτό που σκεπτόταν χωρίς περιστροφές και έδρασε με γνώμονα τις ιδέες του, δίχως να παρεκκλίνει από αυτές. Σε μια εποχή, λοιπόν, που ο άνθρωπος έχει μικρύνει πολύ, οι αληθινές προσωπικότητες μπορούν να συναγείρουν (συνάξουν) και να συνεγείρουν το λαό, ώστε όχι μόνο να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα μέσα στην οποία τον έχουν καταδικάσει να ζει, μα και να πράξει προς μια κατεύθυνση αλλαγής της.

* O Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι Θεολόγος-φιλόλογος, καθηγητής Πειραμ. Λυκείου Ηρακλείου

http://www.patris.gr/articles/127441

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.