May 19 2008
Πήγε Αρχιεπίσκοπος, γύρισε Μητροπολίτης!
Αναδημοσίευση από το Παρόν 18/5/2008
Είναι αναμφισβήτητα πρόκριμα για τα μελλούμενα η παρθενική επίσκεψη του νέου Αρχιεπισκόπου στο Φανάρι και τα συνομολογηθέντα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από πολλές πλευρές εκφραζόταν όλο αυτό το διάστημα μια έντονη ανησυχία για το περιεχόμενο των «αποσκευών» του κ. Ιερώνυμου σ’ αυτό το ταξίδι.
Το ερώτημα στα χείλη των περισσοτέρων ήταν «τι θα παιχθεί» και «ποια δώρα έχει για τον κ. Βαρθολομαίο» ο Μακαριώτατος. Η αλήθεια είναι ότι τα είπαν όλα εξαρχής «χαρτί και καλαμάρι». Χωρίς να κρύψουν τίποτα. Πολύ απλά ο Αρχιεπίσκοπος υπέγραψε την πλήρη και άνευ όρων παράδοση της Ελλαδικής Εκκλησίας στο Φανάρι, κάτι που ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεδίωκε με προσήλωση εδώ και χρόνια.
Η ουσία των απόψεων Ιερώνυμου σε σχέση με όλες τις απαιτήσεις του Κωνσταντινουπόλεως ήταν: Ό,τι θέλετε, Παναγιώτατε! Μέχρι και ότι θα αλλάξει τον καταστατικό χάρτη δεσμεύτηκε.
Κάνοντας στροφή 180 μοιρών από τη φιλοσοφία και τη θεσμική στάση Χριστόδουλου υιοθέτησε πλήρως τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850, όπως και την αντίστοιχη Πράξη του 1928, με όλες τις προβλέψεις τους για το καθεστώς των λεγόμενων Νέων Χωρών.
Ήτοι, εφεξής, οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών οφείλουν να δίνουν αναφορά για όλα στον Πατριάρχη, ο οποίος βεβαίως θα έχει βαρύνοντα ρόλο και στην όποια νέα εκλογή μητροπολιτών. Είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος να χαθούν σχεδόν οι μισές μητροπόλεις και τα όρια δικαιοδοσίας της Ελλαδικής Εκκλησίας να υποχωρήσουν μέχρι τη Μελούνα!
Στο ίδιο πνεύμα πάντα ο Αρχιεπίσκοπος υποσχέθηκε ενιαία έκφραση των δύο γραφείων στις Βρυξέλλες και ουσιαστική ενίσχυση και αναβάθμιση του Γραφείου της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ η γενική αίσθηση ότι με τις δρομολογηθείσες εξαγγελίες η Ελλαδική Εκκλησία τείνει να μεταβληθεί σ’ ένα είδος Εξαρχίας, όπου τίθεται εν αμφιβόλω ακόμη και αυτή η Αυτοκεφαλία της, έχει πυροδοτήσει ένα υποβόσκον κύμα αντιδράσεων.
Είναι ενδεικτική, π.χ., η αναφορά όσων παρέστησαν στο περίφημο συλλείτουργο ότι οι περισσότεροι απεχώρησαν κουνώντας με νόημα το κεφάλι τους και με την καυτή διαπίστωση ότι ο Ιερώνυμος ανέβηκε ως Αρχιεπίσκοπος και γύρισε σαν απλός Μητροπολίτης!
Μ’ όλα αυτά διαγράφεται δυστυχώς σιγά σιγά ένα κλίμα διχασμού στην Ιεραρχία, με ορατή την προοπτική να δούμε την παράλληλη λειτουργία δύο αντιλήψεων, δύο Εκκλησιών της Ελλάδας σε μία!
Ταυτόχρονα, όλοι εκείνοι που ομιλούν για άνευ όρων παράδοση δεν αναγνωρίζουν κανένα ελαφρυντικό στον Ιερώνυμο, αφού, όπως λένε χαρακτηριστικά, είχε στα χέρια του και γνώριζε απολύτως τι επρόκειτο να πει και να υποστηρίξει στην ομιλία του ο Βαρθολομαίος, άρα ούτε περίπτωση αιφνιδιασμού του υπήρχε. Δηλώνουν δε την ίδια ώρα έκπληκτοι από την ταχύτητα και την ένταση με την οποία σπεύδει να ανατρέψει όλα όσα επεχείρησε να χτίσει τα τελευταία χρόνια ο προκάτοχός του.
Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις σχέσεις Φαναρίου και Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και το πνεύμα που τις διέπει πλέον, προκύπτει αβίαστα από τον τόνο των εκατέρωθεν προσφωνήσεων: «Όταν εμείς, για υποκειμενικούς, πρόσκαιρους και πολλές φορές επιπόλαιους λόγους, ζητούμε την κατάλυσιν των θεσπισμένων και θεμελιωμένων δομών της Εκκλησίας, γευόμεθα τις συνέπειες των παραθεωρήσεων στο επόμενο βήμα μας», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Ιερώνυμος. «Όποιες τυχόν δυσκολίες και ολιγωρίες παρουσιάσθηκαν στο παρελθόν δεν θα επιτρέψουμε με κανέναν τρόπο και από καμία αφορμή να επανέλθουν στο προσκήνιο. Στις θέσεις μας αυτές είμαστε σίγουροι ότι θα έχουμε αρωγό σύσσωμη τη συντεταγμένη Ελληνική Πολιτεία για να βοηθήση, όπου χρειάζεται, στα όρια των ιδικών της και μόνον αρμοδιοτήτων, για την υπέρβασιν των όποιων εμποδίων στην προσαρμογή μας προς το ορθόν», διαβεβαίωσε το Φανάρι ο Αρχιεπίσκοπος, για να καταλήξει εξόχως αποκαλυπτικά: «Δεν έχουμε, Παναγιώτατε, να σας προσφέρουμε τίποτε άλλο, παρά μόνον την αφοσίωσιν που μπορούν να προσφέρουν τα παιδιά στους γονείς τους».
Αναφερόμενος από την πλευρά του στην Αυτοκεφαλία που παραχωρήθηκε το 1850 στην Εκκλησία της Ελλάδος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης τόνισε ότι αυτή έγινε «εν πλήρη επιγνώσει της πολιτειοκρατικής προκατάληψης για τα εκκλησιαστικά» που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα, διευκρινίζοντας ακολούθως με νόημα: «Η χορηγία της διοικητικής Αυτοκεφαλίας και αυτοτέλειας δεν εκριζώνει την “κλιματίδα” εκ της πρωτογενούς αμπέλου, ούτε παραχαράσσει όρια τεθέντα κατά τας Οικουμενικάς Συνόδους και “συμφωνηθέντα” υπό των Πατέρων της Εκκλησίας. Προς τούτο, και ό,τι “άτακτα” βλασταίνει εκ της αμπέλου της Εκκλησίας ως “λαίμαργος παραφυάς” θεωρείται επιβλαβές βλάστημα και ως «μη ποιούν καρπόν καλόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται».
Όπως καθίσταται εμφανές, καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια δεν κατεβλήθη από καμιά πλευρά να αποκρυβεί έστω και διπλωματικά το «ανάθεμα» κατά των επιλογών του Μακαριστού Χριστόδουλου: Το ίδιο εντυπωσιακή, βέβαια, είναι και η επιμονή του Πατριάρχη να οικοδομεί τα πάντα με σημείο αναφοράς το 1850, την περίοδο δηλαδή που η Ελλάδα δεν είχε συμπληρώσει καν δύο δεκαετίες ζωής.
Θα ’λεγε κανείς ότι ήταν εκεί «ωσεί παρών», με τη σκιά του να πέφτει βαριά ακόμη στον εκκλησιαστικό χώρο.
Και ενώ οι εξελίξεις φαίνεται να είναι ραγδαίες και προς μία κατεύθυνση, ερωτηματικό ωστόσο παραμένει η στάση της Ιεραρχίας, στην οποία υπάρχουν αρκετοί που διαφωνούν μ’ αυτήν την προοπτική.
Ειδικά μάλιστα για την απόφαση προσαρμογής του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος με την Πατριαρχική Πράξη του 1928, που διέπει το καθεστώς διοίκησης των μητροπόλεων των λεγόμενων Νέων Χωρών, η αίσθηση είναι ότι θα είναι πολύ δύσκολο να ληφθεί όταν θα έρθει προς συζήτηση στην κρίσιμη συνεδρίαση της Ιεραρχίας τον προσεχή Οκτώβρη.
Όλα θα κριθούν τότε, οπότε αναμένεται να μιλήσουν κι εκείνοι που τώρα σιωπούν. Το μέγεθος πάντως των τριγμών και των αντιδράσεων, που θεωρούνται βέβαιες, θα εξαρτηθεί αναμφίβολα και από το τι ακριβώς θα πει και θα ανακοινώσει ο Αρχιεπίσκοπος. Από τις επιμέρους διατυπώσεις, τις εξηγήσεις και τους ιδιαίτερους χειρισμούς του ιδίου.
Χρονικό ορόσημο, όμως, πέρα από τη σύγκληση της Ιεραρχίας, αποτελούν και οι εκλογές νέων ιεραρχών για τις χηρεύουσες θέσεις των Ιερών Μητροπόλεων Λευκάδας, Παροναξίας, Θηβών και Λεβαδείας. Από το στίγμα που θα δοθεί εξαρτάται η συνέχιση ή η λύση της σιωπής ορισμένων, συνυπολογιζομένης εδώ και της τελικής έκβασης στο Εφετείο της ιδιάζουσας υπόθεσης με τον πρώην Αττικής.
53 Responses to “Πήγε Αρχιεπίσκοπος, γύρισε Μητροπολίτης!”
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.

Δεν με εκπλήσσουν όλ’ αυτά. Είναι γνωστό ότι ο κ. Ιερώνυμος ήταν ο ευνοούμενος του κ. Βαρθολομαίου, αλλά και του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου, το οποίο είχε “κουραστεί” από τον “απείθαρχο” (λέγε άνθρωπο με πολύ έντονη προσωπικότητα και ηγετικά χαρίσματα) προκάτοχό του.
Δεν ξέρω αν και κατά πόσο βαρύνουσα γνώμη θα έχει εφ’ εξής ο Οικ. Πατριάρχης στην εκλογή μητροπολιτών στις Νέες Χώρες, αν όμως αυτό συμβεί, τότε σημαίνει ότι θα ανακατεύεται και εκεί η Άγκυρα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
“Είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος να χαθούν σχεδόν οι μισές μητροπόλεις και τα όρια δικαιοδοσίας της Ελλαδικής Εκκλησίας να υποχωρήσουν μέχρι τη Μελούνα!”
Πιθανό και φυσικό, αφού η ελληνική εξωτερική πολιτική φιλοδοξεί μέχρι τη Μελούνα να περιορίσει την ελληνική επικράτεια.
Συγγνώμη, μὰ πρόκειται νὰ παραφερθῶ.
“”Είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος να χαθούν σχεδόν οι μισές μητροπόλεις και τα όρια δικαιοδοσίας της Ελλαδικής Εκκλησίας να υποχωρήσουν μέχρι τη Μελούνα!”"
ΡΕ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΜΑΣ??? ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΤΟ “ΘΑ ΧΑΘΟΥΝ??? ΤΟ ΟΤΙ ΘΑ ΕΛΕΓΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΕΤΕ ΑΠΩΛΕΙΑ???
Ἔχουμε γίνει ὅλο καὶ πιὸ αὐτοκαταστροφικοὶ ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες. Καὶ τώρα, σήμερα, ἀκόμη καὶ τὶ σεβαστὸ Ἀντίβαρο (δὲν παραβλέπω ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρο εἶναι ἁπλῶς ἀναδημοσίευση) συνυπογράφει τὴν ἐξουσιολαγνικὴ ἐπίθεση τοῦ Χριστοδούλου νὰ κάνει τί; Νὰ δώσει τὴ χαριστικὴ βολὴ στὸ “πανταχόθεν βαλλόμενο” οἱκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ
Μ Ο Ν Ο ἔρεισμα οἰκουμενικότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ σήμερα! Μὲ ἱστορία 2.000 περίπου χρόνων σ’ αὐτὴ τὴ θέση! Δὲν τοῦ φτάναν τοῦ Πατριαρχείου οἱ Τούρκοι καὶ οἱ Ρώσοι ποὺ θέλουν τὸν τίτλο “οἰκουμενικὸ” γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο τους*, θέλουμε νὰ πάρουμε μέρος στὸ πλιάτσικο καὶ οἱ Ἕλληνες! Πόση περισσότερη κατάντια πιά; Πόση ἀνατριχιαστικὴ ἀκρισία;
Σὲ ζητήματα ὅπως τὸ μακεδονικὸ καὶ τὸ βιβλίο ΣΤ’ δημοτικοῦ μποροῦν νὰ συνυπάρξουν, χωρὶς νὰ διακρίνεται τὸ ποιὸς εἶναι ποιός, ἐκεῖνοι ποὺ ὁρμῶνται ἀπὸ εἰλικρινῆ βιωματικὴ φιλοπατρία καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἰδεολογικοποίησαν γιὰ νὰ ἔχουν ἕνα ψυχολογικὸ δεκανίκι. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ταυτότητα τοῦ καθενὸς ἀναδύεται στὴν ἐπιφάνεια στὰ θέματα τὴς ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς τῆς ἑλληνικότητας. Ἴσως νὰ ἐπαρκεῖ ὡς κριτήριο ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ελάχιστο, τὸ ποιὸν “πάει” κανεῖς: Ἰερώνυμο ἢ τὸν ἐκ Χρυσοπηγῆς Χριστόδουλο.
(*: Λὲς καὶ τὰ κριτήρια στὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ποσοτικά, ποιὸς θὰ ἔχει τὸ μεγαλύτερο ποίμνιο, αὐτὸς θὰ εἶναι καὶ οἰκουμενικὸς- τούλάχιστον οἱ Ρώσοι θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρουν καλύτερα, καὶ νὰ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ τὴν οἰκουμενικότητα (καὶ ἐπιβίωση) τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχείου ὡς ἔμπρακτη ἔνδειξη ΡΙΖΙΚΑ ἄλλης νοοτροπίας ἀπὸ αὐτὴν τοῦ παπισμοῦ.)
Κατ’αρχάς να ζητήσω συγγνώμη που δεν γράφω στο πολυτονικό λόγω τεχνικού κωλύμματος.
Στο θέμα μας τωρα. Η Ελλαδική Εκκλησία δημιουργήθηκε με μία πραξικοπηματική πράξη στις 15 Μαρτίου 1833. Από εκείνη τη στιγμή και εντεύθεν χωρίσθηκε βίαια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και μετετράπη σε Εθνική (όπως η Βουλγαρική, η Ρωσσική, κλπ.) και έχασε την ουσία της που είνε η Οικουμενικότητα της κάθε τοπικής Εκκλησίας. Όλη αυτή η κατάσταση είνε μια ανωμαλία που είνε επιτακτικό να διορθωθή. Και ιδού πώς:
α. Το Ελλαδικό Κράτος χωρίζεται από την Ελλαδική Εκκλησία.
β. Η αυτοκεφαλία της Ελλαδική Εκκλησίας καταργείται και αυτή επιστρέφει στην προ του 1833 κατάσταση, δηλαδή υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Κατ’ αρχάς το θέμα είναι πολύ ευρύτερο και ξεπερνά όλα τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν (Χριστόδουλος, Ιερώνυμος, Βαρθολομαίος). Αν μας διαφεύγει αυτό το στοιχείο, τότε είναι πιθανό να πασαρυόμαστε από την κρίση μας για κάποιο από τα πρόσωπα (που ενδεχομένως να ποδηγετείται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ) και να οδηγούμαστε σε θέσεις βάσει λαθεμένων κριτηρίων. Κριτήριο λοιπόν δεν είναι “ποιον πάμε” και ποιον όχι. Μέλημά μας (πρέπει να) είναι πράγματι η προάσπιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Είναι όμως δεδομένο ότι το ζήτημα είναι βαθύ και απαιτεί μία σχετική γνώση όλου του ιστορικού υπόβαθρου της Αυτοκεφαλίας του 1833, των Πράξεων του 1850 και του 1928, του καθεστώτος που επικράτησε στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών από τότε, αλλά και της συμφωνίας του 2004 (η οποία σε γενικές γραμμές αγνοείται ως παράμετρος στις σημερινές δημόσιες συζητήσεις). Επιφυλάσσομαι για την προσωπική μου άποψη στο σημαντικότατο αυτό ζήτημα στο εγγύς μέλλον.
Πάντως, “εξουσιολαγνική επίθεση” δεν είδα και δεν συνυπέγραψα. Το ερέθισμα παράθεσης ενός άρθρου δεν μπορεί να είναι τίποτα τέτοιο, και θα συνιστούσα ψυχραιμία! Επίσης, να προσθέσω ότι ο καθένας εκφράζει την προσωπική του γνώμη και άποψη.
“Πάντως, “εξουσιολαγνική επίθεση” δεν είδα και δεν συνυπέγραψα. Το ερέθισμα παράθεσης ενός άρθρου δεν μπορεί να είναι τίποτα τέτοιο, και θα συνιστούσα ψυχραιμία!”
Μὲ τὸ “ἐξουσιολαγνικὴ ἐπίθεση” δὲν ἀναφέρομαι στὸ ἄρθρο, μὰ σὲ ὅλο τὸ ζήτημα τῶν μεθοδεύσεων Χριστόδουλου γιὰ τὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν.
Ναι, όταν λέω ότι “δεν είδα” εννοώ ότι δεν είδα καμία “εξουσιολαγνική επίθεση” (από τον Χριστόδουλο). Θα επανέλθω
Σωτήρη,
Παραβλέπεις το γεγονός ότι το Οικ. Πατριαρχείο ελέγχεται πλήρως από το τουρκικό κράτος, ο δε Οικ. Πατριάρχης, ασχέτως του ποιος είναι και τι φρονεί, είναι απλός υπάλληλος της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως. Αν λοιπόν έχει ουσιαστικό λόγο στην εκλογή μητροπολιτών των Νέων Χωρών, αυτό σημαίνει ότι το «τρίπτυχο» θα υποβάλλεται ουσιαστικά προς έγκριση στον … Μπουγιούκανιτ ή τον Γκιουλ! Αυτό θέλεις; Να γίνεται π.χ. μητροπολίτης Θεσσαλονίκης άνθρωπος της ΜΙΤ; Δεν καταλαβαίνω το «ξέσπασμά» σου, συμφωνώ με τον Ανδρέα ότι το θέμα χρειάζεται ψυχραιμία και όχι εν θερμώ κρίσεις και ούτε εγώ διακρίνω το παραμικρό στοιχείο «εξουσιολαγνείας» στο κείμενο.
Ιωάννη,
Το ζήτημα της αυτοκεφαλίας είναι όντως πολύπλοκο και χρήζει προσοχής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίζεται ως τέτοιο ακόμη και από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, οι οποίες μάλιστα, κατά τρόπο απρόσμενο θα έλεγα, κάνουν συχνές παρεμβάσεις υπέρ αυτού στην Τουρκία, ζητώντας να το αναγνωρίσει και αυτή (ως οικουμενικό). Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ασφαλώς ποτέ. Υπάρχει, λοιπόν, μία λύση, την οποία πολλοί δεν αποδέχονται για συναισθηματικούς λόγους, αλλά που εγώ την θεωρώ σωστή. Να καταργηθούν όλες οι αυτοκεφαλίες, αυτονομίες και ειδικά καθεστώτα που υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο και που είναι πέντε (Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος, Ημιαυτόνομος Εκκλησία της Κρήτης, Άγιον Όρος, Νέαι Χώραι και Δωδεκάνησα και αν πάμε στον ελληνικό χώρο, έχουμε και την Εκκλησία της Κύπρου) και να υπαχθούν όπως πρώτα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο, όμως, θα φύγει από την Τουρκία και θα εγκατασταθεί σε χώρα ελεύθερη, ώστε να ασκεί ανεμπόδιστα το λειτούργημά του και όχι υπό την δαμόκλειον χατζάρα των Τούρκων. Αυτή την λύση έχει προτείνει και ο Γιανναράς, ο οποίος νομίζω ότι είναι ένας από τους καλύτερα μελετημένους και καταρτισμένους περί τα εκκλησιαστικά.
Τελειώνοντας, σημειώνω ότι και σήμερο το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι καθόλου αποδυναμωμένο, αρκεί να αναλογισθείς ότι σ’ αυτό υπάγονται όλες οι ελληνικές μητροπόλεις της Ευρώπης, και οι Αρχιεπισκοπές Β. & Ν. Αμερικής και Αυστραλίας. Δεν ξέρω αν ξεχνώ κάτι.
Πατριώτη,
“ούτε εγώ διακρίνω το παραμικρό στοιχείο «εξουσιολαγνείας» στο κείμενο”
Τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν μιλοῦσα γιὰ τὸ κείμενο, γιὰ τὶς μεθοδεύσεις Χριστοδούλου μιλοῦσα (=ἔγραφα).
“”Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο, όμως, θα φύγει από την Τουρκία και θα εγκατασταθεί σε χώρα ελεύθερη, ώστε να ασκεί ανεμπόδιστα το λειτούργημά του και όχι υπό την δαμόκλειον χατζάρα των Τούρκων.”"
Πράγματι. Πρόβλημα ὅμως προκύπτει ὅταν ἀρχίσουμε νὰ σκεπτόμαστε… ποῦ νὰ πάει. Διότι ἡ λύση τῆς Θεσσαλονίκης τὸ καταδικάζει νομοτελειακὰ σὲ ἀπόλυτη ταύτιση μὲ τὴν “ἑλλαδικότητα” σὲ βάρος τῆς οἰκουμενικῆς του ἑλληνικότητας.
Τώρα ὑπάρχει κι ἕνας παράγοντας στὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ βασιστοῦμε, ἀλλὰ ἁπλῶς ἀναφέρω τὸν προβληματισμὸ κι ἂς εἶναι μόνο θεωρητικολογίες. Τὸ Πατριαρχεῖο βρίσκεται ἐκεῖ κοντὰ 2.000 χρόνια. Σήμερα φυσικὰ ἀντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα, ἀφοῦ βρίσκεται στὴν Τουρκία. Ὅμως, πραγματικά, ξέρουμε ἂν θὰ ὑπάρχει Τουρκία αὔριο; Δὲ μιλάω φυσικὰ γιὰ πάρσιμο τῆς Πόλης ἀπὸ τὴν Ντόρα ἔφιππη, ἀλλὰ πολλὲς πολιτικὲς θεωρήσεις ἀκούγονται γιὰ μελλοντικὴ διάλυση σὲ 3 μέρη καὶ συνομοσπονδίες κρατῶν μὲ πρωτεύουσα τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ λοιπά. ΦΥΣΙΚΑ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ προγραμματίζουμε μὲ τὸ σκεπτικὸ τοῦ ἂν καὶ ὅταν συμβεῖ κάτι τέτοιο, μήπως ὅμως δὲν πρέπει νὰ προβοῦμε σὲ τόσο κοσμοϊστορικὴ ἀλλαγὴ τοποθεσίας τοῦ Πατριαχείου, ὅταν δὲν γνωρίζουμε τί μᾶς ξημερώνει? ΕΙΔΙΚΑ ἂν μιλᾶμε γιὰ μεταφορὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἐπίσης δὲν ξέρουμε ἂν θὰ εἶναι αὔριο ἑλλαδική.
(Δευτερεύον: Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶναι αὐτόνομη ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων (νομίζω 4ο ἢ 5ο αἰώνα) μὲ εἰδικὰ προνόμια, ὁπότε ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὴ σκέψη τῆς “συγχώνευσης”. Ἐπίσης, τὸ Ἅγιον Ὄρος ἤδη ὑπάγεται ἀποκλειστικὰ στὸ Πατριαρχεῖο.)
Φαίνεται πὼς συμφωνοῦμε ὅλοι οἱ σχολιάζοντες ὅτι ἡ ἄρση τῆς αὐτοκεφαλίας, in principio, εἶναι καλὴ ἰδέα- εὐχῆς ἔργο. Ὅμως ὁ ἀρθρογράφος τῆς “Παρὸν” φαίνεται νὰ ἔχει ΕΝΤΕΛΩΣ ἄλλη ἄποψη, δὲν εἶν’ ἔτσι? Νομίζω πὼς τὸ προσλαμβάνει σὰν ἀγώνα Ὀλυμπιακοῦ-Παναθηναϊκοῦ, μὲ νοοτροπία “νὰ πάει νὰ κουρευτεῖ ὁ Πατριάρχης”. Μὴν ξεγελιόμαστε, ἔχει ἰσχυρὸ ἔρεισμα αὐτὴ ἡ παραλλαγὴ “πατριωτισμοῦ”, ἡ ἄσχετη μὲ τὴν ἑλληνικότητα καὶ πράγματι συμπλεγματική, καθῶς συνιστᾶ ὀπαδικότητα καὶ κοπαδικότητα, καὶ φαίνεται ἐκείνη κυρίως νὰ τροφοδοτεῖ τὴν ἀντι-πατριαρχικὴ στὰση στὸ “μάτς”, μὲ πλήρη ἀπουσία τῶν ὄντως ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΩΝ ἐπιχειρημάτων γιὰ τὴν πολυπλοκότητα τοῦ προβλήματος. Καὶ τὸν ρεαλιστικότατο κίνδυνο τοῦ “Γέροντος Μπουγιούκανιτ”.
“Τελειώνοντας, σημειώνω ότι και σήμερο το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι καθόλου αποδυναμωμένο, αρκεί να αναλογισθείς ότι σ’ αυτό υπάγονται όλες οι ελληνικές μητροπόλεις της Ευρώπης, και οι Αρχιεπισκοπές Β. & Ν. Αμερικής και Αυστραλίας. Δεν ξέρω αν ξεχνώ κάτι.”
Μὲ τὸ συμπάθιο, ἀλλὰ ὑπάρχει ξεκάθαρο ζήτημα ἐπιβίωσης ἢ ὄχι. Καὶ μόνο νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἅμα πεθάνει ὁ Βαρθολομαῖος, μιὰ χοῦφτα παπᾶδες εἶναι ἐκλόγιμοι σὲ μιὰ θέση ποὺ ἀπαιτεῖ σὺν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἄλλοις ΕΚΤΑΚΤΕΣ διπλωματικὲς ἱκανότητες, ἀπελπίζεσαι. Πράγματι, πόσοι εἶναι ἐκλόγιμοι, δηλαδὴ Τοῦρκοι στὴν ὑπηκοότητα, παπᾶδες στὴν Πόλη καὶ ὄχι 500 ἐτῶν??? Ὑπάρχει ζήτημα ἐπιβίωσης.
Δεν θέλω να επιβάλω την άποψή μου, προς Θεού, αλλά είμαι μαθημένος να σκέφτομαι πρακτικά.
1) Ποιες ήσαν “οι μεθοδεύσεις Χριστοδούλου”, λοιπόν και σε τι απέβλεπαν; Να κάνουν την Εκκλησία της Ελλάδος … πατριαρχείο, όπως διατείνονται κάποιοι αφελείς, ή απλώς να μείνουν οι “Νέες Χώρες” υπό επιτροπεία, όπως σήμερα, αλλά σίγουρα και για πάντα, εφ’ όσον το Οικ. Πατριαρχείο εξακολουθεί να ευρίσκεται σε καθεστώς ομηρίας;
2) Εγώ δεν μίλησα για Θεσ/νίκη. Ο Γιανναράς την έχει προτείνει, διότι ήταν η Συμβασιλεύουσα, δηλαδή πληροί τρόπον τινά και το κριτήριο του συναισθηματισμού για κάποιους. Αλλά δεν είναι το θέμα αυτό, δεν θα κολλήσουμε εκεί.
3) Αντιπαρέρχομαι τις υποθέσεις εργασίας που κάνεις, διότι δεν έχουν νόημα.
4) Περί Αγίου Όρους, γνωρίζω ότι υπάγεται στο Οικ. Πατριαρχείο, αλλά δεν παύει να αποτελεί διαφορετικό καθεστώς μέσα στον ελλαδικό χώρο. Η Εκκλησία της Κύπρου θα αποφασίσει αν θέλει. Ουδένα αναγκάζει κανείς (πώς άλλωστε;).
5) Η τελευταία παράγραφός σου επιβεβαιώνει την άποψη ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρέπει να φύγει από την Τουρκία.
Συνοπτικά (προς το παρόν)
1. Εκβιάζεις συμπεράσματα! Δε βλέπω καμία ομοφωνία στο ότι είναι “ευχής έργον” η άρση του Αυτοκεφάλου. Αυτά δεν τα λένε ούτε οι πιο ακραιφνείς “Πατριαρχικοί” (το βάζω σε εισαγωγικά γιατί όλοι Πατριαρχικοί είμαστε)
2. Το Πατριαρχείο έχει όντως πρόβλημα επιβίωσης, το οποίο όμως δε λύνεται με αυτό που ζητά η Ελλάδα και υπόσχεται μονίμως η Τουρκία από το 1995 (έναντι διαφορετικών ανταλλαγμάτων που δέχεται), δηλαδή την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Το πρόβλημα επιβίωσης λύνεται ενδεχομένως με την άρση της απόφασης του Νομάρχη Κων/πολης ότι πρέπει ο Πατριάρχης να είναι Τούρκος πολίτης. Δε βλέπω όμως απολύτως ΚΑΜΙΑ πίεση προς αυτήν κατεύθυνση. Πώς λοιπόν συμβιβάζονται οι (όψιμοι) υποστηρικτές του Πατριαρχείου να είναι ταυτόχρονα θιασώτες της ελληνοτουρκικής φιλίας λέγοντας ότι “οι σχέσεις μας είναι αγαστές” και να βγάζουν σπυριά όταν κάποιος θέτει αυτά τα θεμελιώδη θέματα επιβίωσης του Πατριαρχείου (που κι εσύ παραδέχεσαι) στο τραπέζι;
3. Προσωπικά δε συμφωνώ με τη μεταφορά του Πατριαρχείου. Παρέμεινε εκεί, ζωντανό σε πολύ χαλεπέστερα χρόνια. Δεν είμαι όμως και αιθεροβάμων να βλέπω σα λύση του προβλήματος την επαναφορά του Πατριαρχείου στην προ-Νεωτερική εποχή. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ούτε όμως ο ευρύτερος διαμελισμός των Εκκλησιών στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι λύση για τίποτα.
4. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος το 2004 για _πρώτη φορά_ μετά το 1928 διεκδίκησε να ασκήσει ένα τυπικό του δικαίωμα βάσει της Πράξης του 1928, που _ποτέ_ δεν είχε ζητήσε κανένας προκάτοχός του, και _ποτέ_ δεν είχε ζητήσει ούτε ο ίδιος, όχι μόνο στην πρότερη αλλά ούτε και στην εποχή Αρχιεπισκοπείας του Χριστόδουλου. Επτά Μητροπολίτες των Νέων Χωρών εκλέχτηκαν επί Χριστόδουλου πριν το 2004, και _ουδέποτε_ ζήτησε τον κατάλογο υποψηφίων για έγκριση και προσθαφαίρεση ονομάτων. Τα πομπώδη δημοσιεύματα του 2004 δεν άφησαν την αλήθεια να περάσει στην κοινή γνώμη, ότι δηλαδή ο Χριστόδουλος ήταν ο αμυνόμενος και ότι αυτός υποχώρησε πρώτος και απέστειλε τη λίστα υποψηφίων. Μετά, συμφώνησε και ο Πατριάρχης να βλέπει τη λίστα χωρίς όμως να προσθέτει ή να αφαιρεί ονόματα. Σήμερα, ζητάει περισσότερα, παρά τη συμφωνία του ιδίου. Ζητάει την ενσωμάτωση της Πράξης του 28 στον ΚΧΕ, αλλά και μέσω νόμου του κράτους! Ζητάει δηλαδή να το δικαίωμα να προσθαφαιρεί ονόματα, κάτι που επαναλαμβάνω ουδέποτε έγινε από το 1928 μέχρι σήμερα, και κάτι που ο ίδιος δέχτηκε το 2004 με επιστολή του να μην κάνει. Είναι αυτό άραγε που θα δώσει πνοή ζωής στο Πατριαρχείο; Αυτό του έλειπε για να επιβιώσει; Να ασκεί τη συγκεκριμένη εξουσία στις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών;
Προς τον Πατριώτη: Όχι, η τελευταία παράγραφος του Σωτήρη δεν επιβεβαιώνει ότι πρέπει να φύγει το Πατριαρχείο, επιβεβαιώνει ότι πρέπει να μάθουμε να ζητάμε αυτό που μας ενδιαφέρει και όχι αυτό που μας υπόσχονται αιωνίως (χωρίς ούτε αυτό να πραγματοποιούν…)
ΥΓ. Η φράση “ΕΙΔΙΚΑ ἂν μιλᾶμε γιὰ μεταφορὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἐπίσης δὲν ξέρουμε ἂν θὰ εἶναι αὔριο ἑλλαδική” είναι ακατανόητη.
“ΥΓ. Η φράση “ΕΙΔΙΚΑ ἂν μιλᾶμε γιὰ μεταφορὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἐπίσης δὲν ξέρουμε ἂν θὰ εἶναι αὔριο ἑλλαδική” είναι ακατανόητη.”
Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ δὲν θέλω νὰ κινδυνολογῶ, ἀλλὰ εἶμαστε ΤΟΣΟ σίγουροι ὅτι σὲ 5, 10, 15 χρόνια ἡ Θεσσαλονίκη θὰ εἶναι μέσα στὰ σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους; Δὲν λέω κατ’ ἀνάγκην ὅτι δὲν θὰ εἶναι, ἁπλῶς δὲν θὰ τὸ λάμβανα ποτὲ ὡς σίγουρο δεδομένο.
“”Επτά Μητροπολίτες των Νέων Χωρών εκλέχτηκαν επί Χριστόδουλου πριν το 2004″”
Δὲν ξέρω τὴν ἀπάντηση, ἁπλῶς εἶμαι καχύποπτος: Πόσοι ἀπ’ αὐτοὺς εἶχαν ἔμμεση ἢ ἄμεση σχέση μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς Χρυσοπηγῆς; Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἄλλο θέμα.
Πατριώτη:
“”Ποιες ήσαν “οι μεθοδεύσεις Χριστοδούλου”, λοιπόν και σε τι απέβλεπαν; Να κάνουν την Εκκλησία της Ελλάδος … πατριαρχείο, όπως διατείνονται κάποιοι αφελείς, ή απλώς να μείνουν οι “Νέες Χώρες” υπό επιτροπεία, όπως σήμερα, αλλά σίγουρα και για πάντα, εφ’ όσον το Οικ. Πατριαρχείο εξακολουθεί να ευρίσκεται σε καθεστώς ομηρίας;”"
Ἔχω σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις γιὰ τὶς -προθέσεις- τῆς ἑλλαδικῆς πλευρᾶς, ἀκόμα κι ἂν ἡ θέση της θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὀρθότερη. Πάντως τὸ κλῖμα τότε δὲν ἦταν καθόλου νηφάλιο, ἄκουγες “ὀρθοδόξους” νὰ λένε “πᾶμε νὰ τὸν φᾶμε τὸν Τουρκόσπορο” γιὰ τόν… Πατριάρχη.
Γιὰ νᾶ μὴν ποῦμε ὁ ἴδιος ὁ Χριστόδουλος, ἡ ἑλλαδικὴ ἐκκλησία ὑπὸ ἀρχιεπισκοπίας του δὲν προσπάθησε, καὶ παραλίγο νὰ πετύχει, νὰ κάνει τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων προτεκτοράτο της; Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι χειρίστηκαν τὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τοῦ Πατριάρχη-γιατί νὰ φανταστῶ πὼς πρόκειται γιὰ σοβαρὴ καὶ νηφάλια θέση μετὰ ἀπὸ ἐπιτελικὴ δουλειὰ καὶ ὄχι γιὰ ἐξουσιολαγνεία κάποιων τοῦ ὑπο-κοσμικοῦ (ὄντως ὅμως! Τὸ ἀπίστευτο βίντεο μὲ τοὺς πιστολᾶδες παπᾶδες ποὺ τρέχανε μὲ τὰ σακιὰ νὰ ξεχύνουν χαρτονομίσματα τὸ θυμᾶστε;;;) περιβάλλοντος Χριστοδούλου;
Πέρα ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεση (γιὰ τὴν ὁποία εἶμαι ἐγὼ ὑπαίτιος λόγῳ “ἀγριάδας”), ξανὰ στὴ συζήτηση: Πιστεύετε ὅτι ὁ Βαρθολομαῖος ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ζήτησε χρήση τοῦ δικαιώματος πιεζόμενος ἀπὸ τὸ τουρκικὸ κράτος, γιὰ νὰ ἐλέγχει ἐκεῖνο; Δὲ μοῦ φαίνεται τέτοιου φυράματος- ἐννοῶ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ τὸ κάνει. Κι ἂν ὄχι λόγῳ τουρκικῆς πίεσης, γιατί πιστεύει ὁ καθένας σας ὅτι τὸ ζήτησε;
Ανδρέα,
Σωστό αυτό που λες, αλλά αν αυτό που μας υπόσχονται αιωνίως δεν το δίνουν, πώς θα δώσουν αυτό που μας ενδιαφέρει; Στην πράξη, δεν απαντάς στο πρόβλημα, αλλά εκφράζεις μία ευχή, ότι ίσως κάποτε… Όμως, με την Τουρκία έχουμε να κάνουμε και ξέρουμε πολύ καλά τι έχουμε υποστεί σαν Ελληνισμός μέχρι σήμερα.
Σωτήρη,
Τα περί μέλλοντος της Θ/νίκης, απλώς τα θεωρώ αφελή.
Τα περί «τουρκόσπορου» κλπ., είναι κουβέντες του καφενείου, με τις οποίες δεν ασχολούμαι.
Οι «κατηγορίες» κατά του κυρού Χριστοδούλου σχετικά με τα Ιεροσόλυμα αποδείχτηκαν απλή λάσπη από τους γνωστούς κύκλους.
Δεν γνωρίζω αν ο Πατριάρχης ενεργεί υπό την πίεση του τουρκικού κράτους, αλλά το θεωρώ πολύ πιθανό. Το «φύραμά» του δεν το γνωρίζεις, όμως, οι δηλώσεις του στην τουρκική τηλεόραση (ήταν λίγο μετά την εκλογή του) ότι «μία χούφτα ταραχοποιών χάλασε το 1821 την αγαστή συμβίωση τεσσάρων αιώνων Ρωμιών-Οθωμανών», αφήνει πολλά ερωτηματικά. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που επεμβαίνει και μάλιστα εντελώς αναρμοδίως σε πράγματα της ελλαδικής εκκλησίας, όπως στην περίπτωση του θρησκεύματος στις ταυτότητες, όπου στήριξε πλήρως την κυβέρνηση Σημίτη. Είναι και του λόγου του μάλλον αρχομανής και το απέδειξε με τις άστοχες παρεμβάσεις στου και στην Αρχιεπισκοπή Β. & Ν. Αμερικής, όπου έπαυσε τον μακαριστό Ιάκωβο, έκανε αρχιεπίσκοπο, παρά το ότι τον είχαν προειδοποιήσει και αποτρέψει, το Ιταλίας Σπυρίδωνα και τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Λίγο έλειψε και η Αρχιεπισκοπή Αμερικής θα είχε ζητήσει αυτοκεφαλία. Σταματώ εδώ, διότι υπάρχουν πολλά ακόμη, στα οποία δεν θέλω να επεκταθώ
Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα, τα οποία παραπάνω ειπώθηκαν και είναι εντελώς ανακριβή:
1) Ανδρέα, το 2004, ο Πατριάρχης ΑΦΑΙΡΕΣΕ τα ονόματα των επτά Αγιορειτών εκλογίμων Αρχιμανδριτών από τη λίστα με τους (περίπου 300) εκλόγιμους. Σε αυτούς περιλαμβανόταν και ο σημερινός Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος (μοναχός, τότε, της Σιμωνόπετρας), ο οποίος, για να μπορέσει να γίνει Μητροπολίτης άλλαξε μονή και ενεγράφη σε άλλη, της επικράτειας της Ελλαδικής Εκκλησίας (δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή ποια). Η κίνηση αυτή κατακρίθηκε (αν και όχι δημοσίως) πολύ έντονα από το σύνολο των μοναζόντων στον Άθωνα. Θεωρήθηκε προδοσία για χάριν του αξιώματος του Επισκόπου.
Ως εκ τούτου, είναι ανακριβές αυτό που λες ότι δεν υπήρχε αφαίρεση ονομάτων. Αυτό ήταν το αίτημα του Χριστόδουλου, να την αφήσει δηλαδή την πατριαρχική δικαιοδοσία σε τυπικό επίπεδο (δηλαδή “έχε την τυπικά τη δικαιοδοσία σου, αλλά μην την εφαρμόζεις”). Εάν το Πατριαρχείο δεχόταν μια τέτοια εξωφρενική απαίτηση, τότε θα είχε απεμπολήσει και κανονικοδικαιικώς τη δικαιοδοσία του. Η υποταγή Χριστόδουλου στην κανονική τάξη ήταν ΠΛΗΡΗΣ, και ευτυχώς! Αν δεν υπήρχε θα παρέμενε το σχίσμα που δημιουργήθηκε με την ΟΜΟΦΩΝΗ επιβολή της ποινής της διακοπής κοινωνίας (όχι επιτιμίου ακοινωνησίας, όπως λανθασμένα είχε ειπωθεί τότε από πολλούς) από τη Διευρυμένη Πατριαρχική Σύνοδο και με την οποία είχαν συμφωνήσει και οι περισσότερες από τις λοιπές αυτοκέφαλες Εκκλησίες (διαγραφή του Αρχιεπισκόπου από τα Δίπτυχα με τους μνημονευόμενους προκαθημένους αυτοκεφάλων Εκκλησιών).
Το μόνον που δεν έκανε ο Χριστόδουλος ήταν να ζητήσει συγγνώμη, όπως του ζήτησε πριν από την άρση της ποινής ο Πατριάρχης, και τότε ζήτησε συγγνώμη ο Πατριάρχης και προχώρησε αμέσως και στην άρση της ποινής. Οι εδώ εγκάθετοι του τότε Αρχιεπισκόπου πανηγύρισαν ως νίκη τη συγγνώμη του Παναγιωτάτου, λες η συγγνώμη και δεν αποδείκνυε η κίνηση αυτή (η άρνηση συγγνώμης, από τη μια και η συγγνώμη, από την άλλη) το ήθος και το επίπεδο του ενός και του άλλου.
2) Ποιος ήταν ο αμυνόμενος και ποιος ο επιτθέμενος!; Μήπως ο αμυνόμενος ήταν αυτός που προσπαθούσε να διατηρήσει τα κανονικά δικαιώματά του, τα οποία ο άλλος του αμφισβητούσε; Το γεγονός ότι ουδέποτε είχαν τεθεί έως τότε σε ενέργεια τα δικαιώματα αυτά, ούτε και επί Χριστοδούλου έως το 2004, αποδεικνύει ένα πράγμα και μόνον: ότι ο Χριστόδουλος ξεπέρασε κάθε όριο στις διεκδικήσεις έναντι του Πατριαρχείου και έθεσε σε ουσιαστική αμφισβήτηση τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου έναντι των Μητροπόλεων της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης και του Ανατολικού Αιγαίου (των λεγόμενων “Νέων Χωρών”). Ενόψει της αμφισβήτησης αυτής, ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του, ακριβώς για να σταματήσει η αμφισβήτηση.
Αμυνόμενος είσαι όταν προσπαθείς να διατηρήσεις αυτό που έχεις. Επιτιθέμενος όταν πας να πάρεις κάτι που δεν έχεις. Τα πράγματα είναι σαφή και ανεπίδεκτα παρερμηνείας. Δεν μπορούμε να αλλάζουμε την πραγματικότητα επειδή έτσι μας βολεύει.
3) Η δικαιοδοσία της Ελλαδικής Εκκλησίας είναι ΜΟΝΟΝ Πελοπόννησος, Στερεά, Επτάνησα, Θεσσαλία και Κυκλάδες. Τελεία! Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη και Ανατολικό Αιγαίο (μαζί, βέβαια, με Κρήτη και Δωδέκάνησα) είναι δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Έδαφος του Πατριαρχείου. Τελεία! Το Πατριαρχείο έχει παραχωρήσει “επιτροπικώς” από το 1928 τη διοίκηση των Μητροπόλεων αυτών στην Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτή η παραχώρηση διοίκησης ΔΕΝ κάνει τις Μητροπόλεις αυτές έδαφος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παραμένουν έδαφος του Πατριαρχείου. Συνεπώς, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ούτως ή άλλως “μέχρι τη Μελούνα” (για την ακρίβεια, μέχρι τα Τέμπη και την Άρτα) και σε όποιον αρέσει. Αυτή είναι η σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση. Αυτό βέβαια δεν άρεζε σε όσους ήθελαν το Χριστόδουλο Πατριάρχη Ελλάδος, αλλά τι να κάνουμε, δεν ήρθαν όλα όπως τα ήθελαν και, παρά τα περί αντιθέτου νομιζόμενα από ορισμένους, η Εκκλησία της Ελλάδος συνέχισε να υπάρχει και μετά το Χριστόδουλο, όπως βέβαια υπήρχε και πριν το Χριστόδουλο.
4) Το ότι “οι Τούρκοι” θα κάνουν κουμάντο στις Μητροπόλεις των λεγόμενων “Νέων Χωρών” αποτελεί αισχρή συκοφαντία κατά του Πατριαρχείου! Άραγε έχουν κάνει ποτέ “οι Τούρκοι” κουμάντο στην Κρήτη ή στα Δωδεκάνησα, όπου έχουμε άμεση δικαιοδοσία του Πατριαρχείου; Έχουν κάνει ποτέ κουμάντο “οι Τούρκοι” στο Άγιον Όρος, όπου ο Επίσκοπος εκεί είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Πρόκειται για μια ακόμη κατάπτυστη “επικοινωνιακή” ενέργεια, από τις πολλές, του “περιβάλλοντος Χριστόδουλου”, που αποδεικνύει και το ήθος του εν λόγω περιβάλλοντος.
5) Ο Μητροπολίτης Αθηνών έχει μόνον αυτόν τον κανονικό τίτλο. Ούτε “Αρχιεπίσκοπος” ονομάζεται ούτε “πάσης Ελλάδος” στον τόμο του 1850 με τον οποίον εγκρίνεται η αυτοκεφαλία. Η προσφώνηση αυτή καθιερώθηκε αντικανονικά στη δεκαετία του 1930, είναι όμως εσφαλμένη. Και από τυπικής και από ουσιαστικής απόψεως. Αν λοιπόν ο Ιερώνυμος πήγε Αρχιεπίσκοπος και γύρισε Μητροπολίτης, πολύ καλά έκανε. Επιτέλους, στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες τίθενται από το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα! Μήπως θα έπρεπε και να τους τηρούμε;
5) Καλό, χρυσό το “Παρόν” και το αγαπάμε πολύ για τη στάση του, την ειλικρίνειά του και τον μαχητικό πατριωτισμό του, να ξέρετε όμως φίλες και φίλοι ότι κάποιος εκεί πέρα έχει επωφεληθεί τα μέγιστα οικονομικώς από την περίοδο που διήνυσε ο Χριστόδουλος στην Αρχιεπισκοπή. Ο “Χριστοδουλισμός”, συνεπώς, της αγαπημένης μας (και δικής μου) εφημερίδας δεν είναι ανιδιοτελής. Δυστυχώς, ο μακαριστός μοίρασε γενικώς πολύ χρήμα (όχι μόνον στο συγκεκριμένο άνθρωπο που σχετίζεται με το Παρόν), πράγμα που εξηγεί και τη λατρεία που του είχαν άνθρωποι με εντελώς κοσμικό, κατά τα λοιπά, φρόνημα.
7) Το κακό που έκανε ο Χριστόδουλος στην Εκκλησία της Ελλάδος θα αργήσει να επουλωθεί. Ο Ιερώνυμος είναι ίσως ο κατάλληλος άνθρωπος για να το διορθώσει. Ναι, θα τον ήθελα πιο μαχητικό στα εθνικά θέματα, με εκνευρίζει η “εμπιστοσύνη” του στην πολιτική τάξη, αλλά, πέραν τούτου, υπάρχει και το καθαρά εκκλησιαστικό το οποίο και προέχει. Άλλωστε, και η στάση του στα εθνικά θέματα, από καθαρά εκκλησιαστικής απόψεως, είναι η ενδεδειγμένη. Άλλο ότι το “ψευτορωμαίικο” (αν είναι το κράτος μας αυτό που εννοούσε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός με τον όρο αυτόν) επιβάλλει, γενικώς, πιο μαχητική στάση στα εθνικά θέματα από την πλευρά και της Εκκλησίας. Ωστόσο, νομίζω ότι ο Αρχιεπίσκοπος προσπαθεί να δώσει απλώς εκκλησιαστικό στίγμα στη δράση του και να ανορθώσει όλη τη ζημιά που έκανε ο Χριστόδουλος ΚΑΙ στα εθνικά θέματα με την αμετροεπή στάση του.
Και είναι το μεγάλο μου παράπονο από το Αντίβαρο και από εσένα προσωπικά, Ανδρέα, ότι έχει υιοθετήσει πλήρως τις Χριστοδουλικές συκοφαντίες και τη Χριστοδουλική “επικοινωνιακή” προπαγάνδα.
Γιώργο, διάβασα προσεκτικά το κείμενό σου και, παρά το ότι απευθύνεται στον Ανδρέα, νομίζω ότι πρέπει να κάνω μερικές παρατηρήσεις. Πρέπει σαφώς να κάνουμε διάκριση μεταξύ του τύπου και της ουσίας και συμφωνώ ως προς τον πρώτο, αλλά διαφωνώ ως προς τον δεύτερο. Συμφωνώ με τον Ανδρέα στο ότι ο Χριστόδουλος ήταν σαφώς αμυνόμενος κι έγραψα και παραπάνω ότι τα περί «Πατριαρχείου Ελλάδος είναι απλώς φαιδρότητες. Πώς θα έκανε της Ελλαδική Εκκλησία πατριαρχείο, αφού μετά βεβαιότητος δεν θα τον ακολουθούσε η Εκκλησία της Κρήτης; Και οι «Νέες Χώρες»; Πραξικόπημα θα έκανε με την βοήθεια της Μόσχας;
Όπως έγραψα και παραπάνω, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι όμηρος του τουρκικού κράτους, αυτό είναι μία αδιάψευστη πραγματικότητα και ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος μπορεί να εγγυηθεί για τα φρονήματα του σημερινού πατριάρχη. Δεν μεσολάβησε τίποτε μέχρι το 2004 που να τον αναγκάσει ξάφνου να ζητά να έχει λόγο στην εκλογή των μητροπολιτών των «Νέων Χωρών». Άρα, σωστά λέει ο Ανδρέας ότι ο Χριστόδουλος ήταν αμυνόμενος και συμπληρώνω εγώ, διότι διέβλεπε τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν την ξαφνική απαίτηση του Οικ. Πατριαρχείου. Όλα είχαν κυλήσει ομαλά από το 1928 μέχρι το 2004, οπότε ανέκυψε το θέμα … ποιον θα πρέπει να μνημονεύουν π.χ. στην Θ/νίκη, πατριάρχη ή αρχιεπίσκοπο. Βεβαίως, αυτό ήταν η πρόφαση για να αρχίσει η ανάμειξη του τουρκικού κράτους, κακά τα ψέματα, στην εκλογή μητροπολίτη στις ευαίσθητες αυτές περιοχές. Θα σου το δώσω με ένα απτό παράδειγμα: Αν είχε υποβληθεί ο κατάλογος για την συγκεκριμένη μητρόπολη, θεωρείς απίθανο το «πατριαρχείο» (λέγε Τουρκία) να είχαν διαγράψει το όνομα του Άνθιμου; Όσο για την εκλογή αρχιεπισκόπου και μητροπολιτών Κρήτης, σε πληροφορώ ότι υποβάλλεται ένα «τρίπτυχο», δηλαδή ένας κατάλογος από τρία πρόσωπα στο Οικ. Πατριαχείο κι εκείνο εκλέγει. Άλλωστε, η Κρήτη δεν ενδιαφέρει την Τουρκία και τόσο πολύ.
Όπως καταλαβαίνεις, ναι μεν υπάρχουν οι κανονικές διατάξεις, αλλά υπάρχει και η εξ αυτών στην πράξη απορρέουσα σκοπιμότητα και αυτήν δεν μπορούμε ούτε πρέπει να την αγνοήσουμε. Αυτό έκανε και ο Χριστόδουλος.
“Έχουν κάνει ποτέ κουμάντο “οι Τούρκοι” στο Άγιον Όρος, όπου ο Επίσκοπος εκεί είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως;”
Πώς ξέρεις ότι δεν έχουν κάνει; Άλλωστε, το Άγιον Όρος ουδέποτε υπήρξε «εχθρικό» προς την Τουρκία, διότι προσπαθούσε να διατηρεί ισορροπίες, ακόμη και με καταβολή λύτρων. Μίλησε ο Άθως για το Σκοπιανό; Δεν ανακατεύονται αυτοί σε τέτοιου είδους ζητήματα, αποτελούν χωριστή επικράτεια υπό την εποπτεία του ελληνικού κράτους και ζουν στον δικό τους κόσμο, καλώς ή κακώς, αυτό είναι μία άλλη υπόθεση.
Το τελευταίο σου κείμενο, Πατριώτη, δείχνει κατά τη γνώμη μου με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη λάθος βάση από την οποία ξεκινάς. Το Άγιο Όρος δεν είναι για να βγάζει ψηφίσματα για το Σκοπιανό. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε και εμείς και αν, κατ’ οικονομία, απαιτηθεί να το κάνει και η Εκκλησία, μπορούν να το κάνουν τα κατ’ εξοχήν όργανα της Διοικούσας Εκκλησίας. Το Άγιον Όρος είναι πολυτιμότερο και από το Σκοπιανό και από όλα. Τι κι αν ο άνθρωπος κερδίσει τον κόσμο όλον, χάσει όμως τη Βασιλεία των Ουρανών, μας είπε ο Κύριο. Με άλλα λόγια: το Σκοπιανό είναι πιο σημαντικό ή η σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου; Για όποιον έχει συλλάβει έστω και κατ’ ελάχιστο τι σημαίνει “σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου” αντιλαμβάνεται ότι είναι σαν να συγκρίνουμε, ας πούμε, το νερό μιας λακκούβας με τον Ειρηνικό Ωκεανό, και πάλι είναι πολύ μικρό το μέτρο σύγκρισης. Το Άγιο Όρος ΔΕΝ μπορεί ν’ ασχολείται με το Σκοπιανό, όμως ασχολείται και με το Σκοπιανό. Όταν ο Γέροντας Παΐσιος είχε δείξει πολύ παλιότερα το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης όπου προφήτευε ο Δανιήλ για το “Βασιλέα των Ελλήνων” που θα έρθει και είπε πόσο σημαντικό θα είναι αυτό το χωρίο για την απόδειξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας, τότε δεν τον πολυκατάλαβε ο επισκέπτης. Όταν όμως ξεκίνησε το θέμα με τα Σκόπια, τότε θυμήθηκε το χωρίο που του έδειξε ο Γέροντας.
Δεν είναι σημαντική η Κρήτη για τους Τούρκους; Όταν ο Ντενκτάς έλεγέ ότι κακώς αφήσαμε την Κρήτη στους Έλληνες, ευτυχώς δεν θα κάνουμε το ίδιο με την Κύπρο; Δεν είναι σημαντικά τα Δωδεκάνησα για τους Τούρκους; Μα τα Ύμια στα Δωδεκάνησα είναι ή κάτι μου διαφεύγει;;;
Τίποτε δεν είχε κυλήσει ομαλά από το 1928 μέχρι το 2004. Προβλήματα υπήρχαν πάντοτε, ιδίως όταν ανέβαιναν στο θρόνο των Αθηνών Αρχιεπίσκοποι με έντονες προσωπικότητες και δεν ήταν λίγοι αυτοί. Τριβές πολλών ειδών, διχογνωμίες για ένα σωρό θέματα. Όμως όλα όσα έγιναν μέχρι το 1928 κορυφώθηκαν μετά την ανάρρηση Χριστόδουλου. Αντιστρέφοντας το ρηθέν σου ότι “η Κρήτη δεν ενδιαφέρει την Τουρκία τόσο πολύ”, να πούμε καταρχάς ότι η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα δεν ενδιέφεραν το Χριστόδουλο τόσο πολύ καταρχάς. Θα επιλαμβανόταν στη συνέχεια. Η προσπάθεια ανάδειξής του σε Πατριάρχη Ελλάδας είχε δύο σκέλη και δεν είναι καθόλου φαιδρότητες.
Το πρώτο και κυριότερο ήταν το ποιοτικό σκέλος: Ο ρόλος του προκαθημένου στη διοίκηση των κατά τόπους Μητροπόλεων. Υπό το Πατριαρχικό σύστημα σημαντικός, υπό το Συνοδικό μηδενικός, κανονικοδικαιικά. Προεδρεύει απλώς της Ιεράς Συνόδου και τίποτε άλλο. Ο Χριστόδουλός μας όμως μπορούσε να συμβιβαστεί με κάτι τέτοιο; Δρούσε ούτως ή άλλως ως Πατριάρχης, όταν οι εγκάθετοί του προσπαθούσαν να “ανακαλέσουν στην τάξη” Μητροπολίτες επισείοντας προειλημμένες “ομόφωνες” αποφάσεις της ΔΙΣ ως αποφάσεις “της υπέρτερής του αρχής” (υπέρτερης του Μητροπολίτη) όταν είναι θεμελιώδες δόγμα ότι η ΔΙΣ είναι όργανο που δεν συνάδει με τους Θείους και Ιερούς Κανόνες. Ξεκίνησε λοιπόν το καθεστώς Χριστόδουλου να ζητάει να μνημονεύεται ο Αρχιεπίσκοπος και στις κατά τόπους Εκκλησίες, μαζί και στις Νέες Χώρες. Και τι το κακό, θα μου πείτε; Μα δεν μνημονεύεται άλλος Επίσκοπος στις κατά τόπους Μητροπόλεις, παρά μόνον ο Πατριάρχης! Έλεγαν οι του Χριστόδουλου, “δεν το θέλει ο Μακαριώτατος για να προβάλλεται, για αυτό θα ισχύει η μνημόνευση από τον επόμενο Αρχιεπίσκοπο”, όμως αυτό δεν είχε σημασία: Πράγματι δεν το ήθελε για να προβάλλεται. Το ήθελε για να αποκτήσει καθεστώς Πατριάρχη. Αν γινόταν δεκτή η μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου θα είχαμε κατευθείαν ανάδειξή του σε Πατριάρχη Ελλάδος, κι ας μην λεγόταν έτσι, ακόμη. Το σύστημα διοίκησης θα είχε αλλάξει σε Πατριαρχικό. Η μετονομασία της Εκκλησίας της Ελλάδος σε Πατριαρχείο Ελλάδος θα είχε τυπική μόνον αξία και θα ήταν απλό πράγμα, εν συνεχεία. Γιατί όταν μνημονεύεις έναν άλλον επίσκοπο σε μια Μητρόπολη, σημαίνει ότι τον δέχεσαι ότι έχει κάποια εξουσία στη Μητρόπολή σου, ενώ ως απλός Αρχιεπίσκοπος δεν είχε καμία εξουσία στις άλλες Μητροπόλεις.
Το δεύτερο σκέλος της “επίθεσης” του Αρχιεπισκόπου ήταν ποσοτικό: Αν η μισή Ελλάδα εξακολουθούσε να είναι έδαφος του Πατριαρχείου, τι σόι Πατριάρχης Ελλάδας θα γινόταν; Χωρίς Κρήτη Δωδεκάνησα και Άγιο Όρος, πήγαινε. Χωρίς Θράκη Μακεδονία Αιγαίο και Ήπειρο όμως δεν πήγαινε; Αντί να ζητήσει ευθέως την κατάργηση της Πράξης του 1928 (άλλωστε ούτε και τη μετατροπή σε Πατριαρχείο Ελλάδος ζήτησε ευθέως) προσπάθησε να καταργήσει τα τυπικά προνόμια του Πατριάρχη στις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Τι άκουσαν τα προνόμια αυτά δεν λέγεται! Από απηρχαιωμένα, κατηργημένα στην πράξη, μέχρι δυνατότητες επέμβασης της Τουρκίας στα εσωτερικά του κράτους, το καθεστώς Χριστόδουλου έδωσε λυσσασμένη μάχη συκοφάντησης των προνομίων αυτών και, τελικά, όπως αποδεικνύει η περίπτωση σοβαρών ανθρώπων, όπως η δική σου και του Ανδρέα, είχαν λαμπρό αποτέλεσμα: το πάντα ευαίσθητο περί τα εθνικά εκκλησιαστικό ακροατήριο διείδε τον κίνδυνο “τουρκικού δακτύλου” και είπε αμέσως “ξου” στον “Τούρκο Πατριάρχη”.
Στην πραγματικότητα, όμως, πέραν της απαίτησης να είναι ο Πατριάρχης Τούρκος υπήκοος και πέραν του ασφυκτικού γραφειοκρατικού τουρκοκρατικού πλαισίου που τον περιβάλλει, ο Πατριάρχης δίδει έναν αγώνα ζωής ή θανάτου στην κυριολεξία. Πόσες φορές έχουμε δει τους γκρίζους λύκους τα τελευταία μόνον χρόνια να καίνε ομοιώματα του Πατριάρχη έξω από το Πατριαρχείο; Πόσες φορές έχουμε ακούσε τα τελευταία χρόνια την τουρκική κυβέρνηση να αμφισβητεί οποιονδήποτε ρόλο του Πατριάρχη εκτός Τουρκίας (δεν μιλάμε καν για Οικουμενικότητα) και να τον περιορίζει μόνον σε θρησκευτικό επικεφαλής των Ορθοδόξων “Ρουμ” – “Τούρκων υπηκόων”; Όχι μόνον δεν υπάρχει τουρκικός δάκτυλος αυτή τη στιγμή στις θρησκευτικές ενέργειες του Πατριάρχη, αλλά οι Τούρκοι απορρίπτουν μετά βδελυγμίας κάθε σκέψη για ρόλο του Πατριάρχη εκτός Τουρκίας. Για αυτό είναι και κάθετοι στην απαίτησή τους να είναι Τούρκος υπήκοος. Και δεν είναι μόνον οι αστείοι και ανεδαφικοί φόβοι για μετατροπή της Κωνσταντινουπόλεως σε “Ορθόδοξο Βατικανό”. Είναι κυρίως οι τύψεις και οι ενοχές του κλέφτη, ο ίδιος λόγος που δεν θέλουν ούτε να ακούν τη λέξη “Κωνσταντινούπολη”, μια λέξη που τους θυμίζει εις τους αιώνας ότι αυτή η πόλη δεν είναι δική τους, αλλά την έκλεψαν από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες.
Οι αναπόφευκτοι περιορισμοί που διέπουν τη δράση του Πατριάρχη μέσα σε ένα τόσο περιοριστικό και εχθρικό πλαίσιο έδωσαν εύκολη τροφή στις χριστοδουλικές συκοφαντίες περί “Τούρκου Πατριάρχη”. Μας παρουσιάζετε τώρα εδώ και εσύ και ο Ανδρέας το Χριστόδουλο ως δήθεν “αμυνόμενο” κατά κάποιας τουρκικής επεκτατικότητας. Που λαμβάνει χώρα, υποτίθεται, μέσω ενός Πατριάρχη, του οποίου μετρούν τις μέρες μέχρι να τον διώξουν. Είτε δια της βιολογικής οδού, όταν πια σταματήσει να υπάρχει Πατριαρχείο λόγω ατέρμονης συρρίκνωσης η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινουπόλεως, είτε δια της οδού του εκτοπισμού, της τόσο γνωστής άλλωστε στους “φίλους” μας.
Όπως όμως μου είπε κάποιος Αγιορείτης, “δεν γνωρίζεις, παιδί μου, ποιοι είναι περισσότεροι στα μάτια του Θεού, οι 1.800 Έλληνες, ή τα 20.000.000 των Τούρκων της Κωνσταντινούπολης”.
Για να περάσει την εξουσιαστική του διεκδίκηση, ο Χριστόδουλος συκοφάντησε ανεπανόρθωτα στα μάτια τα δικά σας (όπως αποδεικνύει η επιμονή σας στην “τουρκικότητα” των ενεργειών του Πατριάρχη) την Ελληνικότητα των Λεωνίδων του σήμερα, που φυλάγουν πνευματικές και εθνικές Θερμοπύλες. Αν είχα να διαλέξω ποιο είναι το χειρότερο από τα εγκλήματα του Χριστόδουλου, πράγματι θα δυσκολευόμουν, όμως αυτή η συκοφαντία θα έθετε ομολογουμένως αρκετά σοβαρή υποψηφιότητα.
Να σημειώσω και κάτι τελευταίο: Κανείς δεν είπε ότι ο Βαρθολομαίος είναι άγιος και δεν κάνει σφάλματα. Και εγώ έχω πολλά παράπονα, όπως τις συναντήσεις με τους αιρετικούς ρωμαιοκαθολικούς, που σκανδαλίζουν πολύ κόσμο και δίδουν λάθος μηνύματα. Όμως πρέπει να δούμε τα ζητήματα πέραν από το τι είναι ο ένας και τι είναι ο άλλος και να τα δούμε σε ζητήματα θεσμών. Το ότι ο Πατριάρχης επιχειρεί να δώσει δείγματα “νομιμοφροσύνης” στο τουρκικό δοβλέτ δεν μπορούμε να το δούμε με το δικό μας παραμορφωτικό φακό. Να θυμηθούμε το Γρηγόριο τον Ε’ που αφόρισε επιφανειακά την επανάσταση, ενώ κρυφά την ευλογούσε; Κάτι αντίστοιχο πράττει σήμερα ο Βαρθολομαίος. Η στάση του στις ταυτότητες ήταν και για μένα ένα ερωτηματικό, όμως, αν ήξερα πώς θα χρησιμοποιούσε την επαύριο ο Χριστόδουλος την υπογραφή μου, ίσα που μπορεί και να μην υπέγραφα. Ο Σημίτης είχε ανάγκη από “θρησκευτική νομιμοποιήση” στο μεγάλο ποσοστό θρησκευόμενων ψηφοφόρων του ΠαΣοΚ και ο “καλός” Πατριάρχης σε αντίθεση με τον “κακό” Χριστόδουλο του την πρόσφερε. Λάθος του Πατριάρχη που δεν στήριξε τότε τον αγώνα ενάντια στην αποθρησκειοποίηση του κράτους μας; Σαφώς, σαφέστατα. Αυτό όμως θα προϋπέθετε ότι ο Πατριάρχης μας θα ήταν αλάνθαστος, ενώ δεν είναι. Κατά τη γνώμη μου, ο Χριστόδουλος με την ακόρεστη επιθυμία του για επιρροή και εξουσία, έκανε πολύ περισσότερο κακό στην υπόθεση της άμυνάς μας ενάντια στην αποθρησκειοποίηση του κράτους μας, παρά ο Πατριάρχης που στήριξε τότε Σημίτη. Αν είχαμε στο θρόνο ακόμη το Σεραφείμ, θα ήξερε ο τελευταίος πώς να μην εγερθεί ποτέ ζήτημα ταυτοτήτων. Ο Χριστόδουλος στη δίψα του για επιρροή και εξουσία ξεκίνησε πολλές μάχες στο προνομιακό πεδίο της κρατικής εξουσίας. Λογικό ήταν να τις χάσει. Ευθύνεται για αυτό και ευθύνεται απόλυτα. Η μάχη των ταυτοτήτων θα μπορούσε να μην είχε υπάρξει καν. Το θυμάμαι πολύ καλά στο σκηνικό. Τη μια μέρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε “προσωπικές οι απόψεις του κυρίου Σταθόπουλου για μη αναγραφή του θρησκεύματος”. Την επόμενη μέρα ο Χριστόδουλος είπε – εκ του μη όντος, αφού το είχε κλείσει το θέμα ο κυβ. εκπρόσωπος – “να γίνει δημοψήφισμα” και την πιο άλλη μέρα έστησε το Σημιτικό κατεστημένο επερώτηση της Δαμανάκη στη Βουλή και “απόφαση” της “Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων” με τις οποίες έλυσε το θέμα εκτός Βουλής. Φορτώνοντας μια σοβαρή ήττα στους οπαδούς του θρησκεύοντος κράτους και μια ανεξέλεγκτη σχεδόν “Αρχή Προστασίας”, η οποία πολύ θα ήθελα να ήξερα από τι τελικά μας προστατεύει. Όχι ότι είχε καλές προθέσεις ο Σημίτης. Αλλά για αυτό το λόγο έπρεπε να είναι μια φορά παραπάνω προσεκτικός ο Χριστόδουλος.
Τέλος πάντων, δεν έχει και πολύ νόημα η συζήτηση.
Ειλικρινά, με εκπλήσσεις! Μα στο ζήτημα του Αγίου Όρους, τα ίδια έγραψα κι εγώ με άλλα λόγια. Διάβασε ξανά και θα δεις. Οι άνθρωποι εκεί δεν ασχολούνται με τα εγκόσμια.
Η Κρήτη είναι σημαντική, αλλά ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ οι Τούρκοι να βγάλουν όποιον θέλουν, διότι καταρτίζεται τρίπτυχο που υποβάλλεται στον Πατριάρχη. Βλέπω ότι υπάρχει πλήρης παρανόηση των όσων γράφω. Όλη η Ελλάδα τους ενδιαφέρει και τα Δωδεκάνησα, τα οποία ατύπως υπάγονται στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης. Βλέπεις και ο σημερινός των μητροπολίτης, ο Κύριλλος Κοεράκης, ήταν ο αρχιμανδρίτης της Ι.Α.Κ. Τα Ίμια είναι δίπλα στην Κάλυμνο, άρα Δωδεκάνησος είναι.
Τα άλλα όλα που γράφεις, φανερώνουν την προσήλωσή σου στην θρησκεία και τον τύπο, καθ’ όλα βέβαια σεβαστή, αλλά δεν μου απαντούν το ερώτημα, αν την κρίσιμη αυτή στιγμή, ο Έλλην Αρχιεπίσκοπος μπορεί να μένει απλός θεατής στον αγώνα του Έθνους. Διαφορετικά, να μην παραπονιέται η εκκλησία ότι η Ρεπούση υποβάθμισε τον ρόλο της στους Εθνικούς Αγώνες, αν δεν τον έβγαλε και αρνητικό. Ο Άνθιμος τον έχει εντελώς καπακώσει, τον Ιερώνυμο, ο οποίος κρίνεται λίγος για την περίσταση.
1. Δεν το γνώριζα ότι αφαίρεσε ονόματα. Δέχομαι αυτό που λες, που πάντως δε μου βγάζει νόημα. Έστω ότι “μεταγράφηκε” σε άλλη μονή, για ποιον λόγο δεν μπόρεσε ο Πατριάρχης να αφαιρέσει το όνομά του δεύτερη φορά; εφόσον αυτό ήθελε.να κάνει, γιατί δεν το έκανε; Απορία.
2. Αυτό που είχε ο Χριστόδουλος τότε και ήθελε διασφαλίσει, ήταν το καθεστώς από το 1928 ως το 2004. Τέλος πάντων, ἠθελα να επισημάνω με το “αμυνόμενος” αυτό που εσύ ονομάζεις “πλήρης υποταγή Χριστόδουλου”, ενώ εγώ είχα πει “υποχώρησε πρώτος”. Και άξιζε να το επισημάνω νομίζω, επειδή πολύς κόσμος πιστεύει ακόμα ότι εκείνη η κρίση διατηρήθηκε μέχρι σήμερα (με ευθύνη του Χριστόδουλου). Ενώ εκείνη έληξε, επήλθε συμφωνία, και σήμερα ο Πατριάρχης ζητάει περισσότερα από εκείνη τη συμφωνία του 2004! Ζητάει να ενσωματωθεί η Πρ. του 1928 στον ΚΧΕ, και ζητάει και αντίστοιχο νόμο του κράτους!
3. (εδώ απαντώ στο τελευταίο σχόλιό σου που προσπάθησες να αποδείξεις πώς ο Χριστόδουλος επεδίωξε να γίνει Πατριάρχης!)
Πρώτα πρώτα κι εσύ ο ίδιος δέχεσαι ότι δεν ενδιαφερόταν για τον εαυτό του, αλλά για το μετά. Άρα μέλημά του δεν ήταν η προβολή του (όπως λες κι εσύ), αλλά η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος (τι άλλο;), όταν μίλησε για μνηνόνευση.
Από δω και πέρα κάνεις δύο λάθη
α. αναβιβάζεις τη μνημόνευση σε “καθεστώς Πατριαρχείου ουσιαστικά”, κάτι που προφανώς δε στέκει. Δε γίνονται έτσι τα Πατριαρχεία
β. επιμένεις να αποδίδεις προσωπική χροιά λέγοντας ότι μ’αυτόν τον τρόπο επεδίωκε να έχει ο ίδιος καθεστώς Πατριάρχη! Μα πώς ο ίδιος, αφού μιλάμε για το μετά, που το δέχεσαι κι εσύ!
Δε με πείθουν αυτά που λες
4. Δεν είπα ποτέ ότι οι Τούρκοι (θα) κάνουν κουμάντο στις Νέες Χώρες, ούτε και μίλησα ποτέ για “Τουρκικότητα” του Πατριάρχη (που μου αποδίδεις!). Εδώ απαντώ και στον Πατριώτη. Αν δεν το ζητάμε, δεν πρόκειται να το πάρουμε. Πρώτα λοιπόν ζητάμε αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως, και που είναι και το ζωτικό της υπόθεσης, και μετά πιέζουμε για να το οπάρουμε. Εμείς όμως, αντίθετα, πιέζουμε για κάτι άλλο, που όταν και άμα το πάρουμε θα το πανηγυρίσουμε δεόντως, ενώ στην ουσία θα είναι μία τρύπα στο νερό. Κανείς δε μιλάει γι’αυτό, και ειδικότερα οι όψιμοι Πατριαρχικοί.
6. Τι είναι αυτά που λες; Άκου μοίρασε χρήμα στο Παρόν και πολύ χρήμα γενικώς! Όχι μόνο είναι αόριστα και αβάσιμα (εσύ χωρίς φειδώ μιλάς για συκοφαντίες, εγκλήματα και προπαγάνδα, αλλά εγώ προσπαθώ να διατηρήσω το επίπεδο), αλλά και τα φαινόμενα δεν τα επιβεβαιώνουν. Αν μοίρασε τόσο πολύ χρήμα που λες, γιατί από το 2000 και μετά όλα ανεξαρτήτως τα ΜΜΕ του έκανεν τέτοιο πόλεμο; Και τελικά με όλο αυτό το χρήμα και απέναντι σε όλο αυτό το εγχείρημα, το περιορισμένης κυκλοφορίας Παρόν θα διάλεγε για να κάνει την αντιπαράθεσή του; Άσε που το Παρόν δεν το θυμάμαι ιδιαίτερα δραστἠρο στα Εκκλησιαστικά μέχρι την ασθένειά του.
7. Μαχητικότητα (απλή, όχι “περισσότερη”) δεν δείχνεις με ανακοινώσεις που περιγράφεις και το λεγόμενο “Σκοπιανό” και την Ανακύρηξη Ανεξαρτησίας του Κοσσόβου ως “εξελίξεις στα Βαλκάνια“! Πολλοί αναρωτήθηκαν για εκείνη τη διαφορά στο ύφος με άλλες Εκκλησίες. Τώρα, μετά την εκτράχυνση του Στεφάνου των Σχισματικών “Μακεδόνων”, απήντησε μονάχα “μείνετε στον ρόλο σας” απευθυνόμενος προφανώς κυρίως στους εν Ελλάδι (Άνθιμο κοκ). Αμφιβάλλω δηλαδή αν ακούστηκε καν η απάντησή του στον ενδιαφερόμενο…
Θα ήθελα να μου πεις και που ακριβώς έκανε “ζημία στα εθνικά θέματα” ο Χριστόδουλος όπως γράφεις.
Τέλος, το Αντίβαρο να το πω ακόμη μία φορά, δεν συγκροτεί καμία συλλογικότητα. Ο καθένας εκφράζει προσωπικές απόψεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Εγώ στα σχόλια αυτά εκφράζω τις δικές μου. Η συζήτηση ετυμολογικά σημαίνει κοινή αναζήτηση, και εφόσον οι συνομιλούντες αποδέχονται την καλή προαίρεση του άλλου, μπορεί να γίνει γόνιμος διάλογος χωρίς κατηγορίες (για συκοφαντίες, προπαγάνδα, εγκλήματα κλπ) που σε άλλη περίπτωση θα μας αποσπούσαν από το κυρίως θέμα
Για τα εγκλήματα, εγώ ένα “έγκλημα” του Χριστόδουλου είδα, πο υ συντελέστηκε από τον ενθρονιστήριο λόγο του κι όλας. Η αμεσότητα και επικοινωνία με τον απλό λαό.
Αυτή, μεταφράστηκε ως απειλή από τους θεωρούντες εαυτόν ως αποκλειστικούς κατέχοντες επιρροή στην κοινωνία, δηλαδή τους πολιτικούς και δημοσιογράφους, και με διάφορες αφορμές από το 2000 και μετά ξεκίνησαν μία “λυσσασμένη” επιχείρηση αποδόμησης της εικόνας του με κάθε τρόπο και μέσο.
Εγώ λοιπόν αντιστρέφω τη δική σου γράση και λέω ότι αυτή η λυσσασμένη επιχείρηση είχε το λαμπρό αποτέλεσμα εναντίον του Χριστόδουλου.
Η ιστορία που θυμάσαι για τις ταυτότητες είναι ενδεικτική. Δεν έγιναν καθόλου έτσι τα πράγματα. Το ζήτημα είχε προαποφασιστεί να τεθεί πριν τις εκλογές, εξ ου και η συμφωνία Μάνου να αναλάβει το συγκεκριμένο Υπουργείο. Δεύτερον, πολύ πριν τεθεί το ζήτημα για δημοψήφισμα, όταν δηλαδή το αποφάσισε ο Σημίτης, ο Χριστόδουλος βρισκόταν στη Ρουμανία. Ζήτησε επικοινωνία και του την αρνήθηκαν. Έχεις μία αδικαιολόγητη τάση να του χρεώνεις τα πάντα.
Και στο κάτω κάτω, η δική μου γνώμη είναι ότι στο ζήτημα των ταυτοτήτων, η υπόθεση ΚΕΡΔΗΘΗΚΕ 100%, ασχέτως του τι λένε οι εφημερίδες. Διότι το διακύβευμα δεν ήταν “το θρήσκευμα στις ταυτότητες”, αλλά -όπως λες κι εσύ- η αποθρησκειοποίηση της κοινωνίας. Σ’ αυτήν την πρώτη συνέντευξη του Σταθόπουλου είχαν τεθεί ΟΛΑ τα ζητήματα ταυτόχρονα. Οι αντιδράσεις όμως κόπασαν εκείνο το κύμα μέτρων, που σταμάτησε μια και καλή στο θρήσκευμα. Εκεί και τέλος. Κανείς δε διανοήθηκε να προχωρήσει ούτε χιλιοστό, από κει και πέρα. Αυτή η στασιμότητα είναι περίτρανη απόδειξη της επιτυχίας.
Δεν θα ήθελα να συνεχίσω να ασχολούμαι με το θέμα, διότι μάλλον εξέκλεινε της πορείας του. Θα ήθελα μονάχα να τονίσω ότι τα περί ελληνικού πατριαρχείου τα θεωρώ αβάσιμα. Πώς θα έκανε δηλαδή πατριαρχείο, χωρίς Κρήτη και Δωδεκάνησα; Διότι η Ι.Α.Κ. δεν θα ακολουθούσε. ‘Οταν ανέκυψε το θέμα με τις ταυτότητες και είναι ακριβώς όπως το λέει ο Ανδρέας, και αποφασίστηκε να γίνει η συλλογή υπογραφών, αρχικά ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, κυρός Τιμόθεος, είπε αυθορμήτως “να τον στηρίξουμε”! Τι μεσολάβησε μετά και τελικά η επαρχιακή Ι.Σ. δεν τον στήριξε, ο καθένας μπορεί να φανταστεί. Εξαπολύθηκε από την αρχιεπισκοπή ένα κύμα αντιπαράθεσης προς τον Χριστόδουλο άνευ προηγουμένου, το οποίο συνεπήρε και τον ντόπιο τύπο και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος έγινε από αντιπαθής έως μισητός, χωρίς να μας έχει φταίξει στο παραμικρό. Είναι σαφές ότι ευθύς εξ αρχής ο Βαρθολομαίος πήγε εναντίον του και εντελώς ανοίκεια και αναρμοδίως αναμείχθηκε σε μία ιστορία που δεν τον αφορούσε καθόλου. Οι λόγοι είναι, κατά την γνώμη μου (και όχι μόνο την δική μου), δύο: Ο πρώτος ότι ο Βαρθολομαίος είναι άνθρωπος που του αρέσει να ανακατεύεται κι εκεί που δεν τον σπέρνουν, διότι είναι αρχομανής. Είπα για την αρχιεπισκοπή Αμερικής, αλλά δεν υπάρχει και κανένας, με τον οποίο να τη πηγαίνει καλά. Και με τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας, Στυλιανό, έχει μαλώσει, διότι του δημιούργησε προβλήματα με την εκκλησία της Ν. Ζηλανδίας.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η κυβέρνηση Σημίτη τα πήγαινε καλά με την Τουρκία και όταν χρειάστηκε στήριξη, ο Βαρθολομαίος της την πρόσφερε προφανώς κινούμενος απ’ αλλού, ώστε και με την Αθήνα και με την Άγκυρα να τα έχει καλά. Η φαναριώτικη διπλωματία σε όλη της την αισχρή μεγαλοπρέπεια. Αν θέλετε να επεκταθώ, μπορούμε να μιλήσουμε και για την εκκλησία Ν. Αφρικής, αλλά δεν έχει νόημα. Νομίζω ότι αυτά αρκούν.
Ας μην συνεχίσουμε τη διαμάχη, εξάλλου εγώ ότι είχα να πω το είπα. Μερικές διευκρινήσεις μόνον:
- Δεν έλαβες θέση μόνον προσωπικά, Ανδρέα, υπέρ του Χριστόδουλου, έλαβε και το Αντίβαρο, και τούτο όχι ως “συλλογικότητα”, αλλά ως καθαρά δική σου πρωτοβουλία, δια της αναρτήσεως για χρονικό διάστημα πέραν της διετίας, αποσπάσματος του άρθρου του κ. Αλέξανδρου Γερμανού “Ανάλυση του ζητήματος των ‘Νέων Χωρών’ σε ιστορικό βάθος σε εμφανή θέση στην πρώτη σελίδα του Αντίβαρου. Έλαβες λοιπόν θέση και ως Αντίβαρο και όχι μόνον ως Ανδρέας. Για να απαντήσω στις πολλές και σοβαρές ανακρίβειες του άρθρου αυτού, αναγκάστηκα να γράψω περί τις 20 σελίδες εκτυπωμένου κειμένου, στις οποίες και παραπέμπω για να μη μακρηγορώ εδώ (http://www.antibaro.gr/religion/matsos_nees_xwres.php).
- Σε σχέση με την απορία: Ο Νικόλαος, όντας πλέον Μοναχός παλαιοελλαδίτικης Μονής, έβαλε εν συνεχεία υποψηφιότητα για Μητρόπολη των Παλαιών Χωρών (Μεσογαίας και Λαυρετικής) όπου το Πατριαρχείο δεν είχε κανένα λόγο, ούτε επί της Μητροπόλεως (επειδή ήταν σε έδαφος μη πατριαρχικό), ούτε επί του υποψηφίου (που δεν υπαγόταν πλέον στην άμεση δικαιοδοσία του Πατριάρχη, ως Επισκόπου του Αγίου Όρους). Γι’ αυτό εκεί δεν είχε πλέον κανέναν λόγο, ενώ αν έβαζε υποψηφιότητα για Μητρόπολη των Νέων Χωρών ο Πατριάρχης είχε δικαιοδοσία λόγω Πράξης του 1928 και ακόμη και για υποψηφιότητα για Μητρόπολη των Παλαιών Χωρών, ο Πατριάρχης είχε την κανονική δικαιοδοσία να του το απαγορεύσει, ως Επίσκοπος του Αγιορείτη, τότε, Νικολάου.
- Για το Παρόν: Δεν εννοώ βέβαια το Μάκη Κουρή. Εννοώ άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν είναι μυστικό αυτό που έγραψα και το ξέρει αρκετός κόσμος. Δεν θα ήθελα όμως να πω εγώ το όνομά του εδώ και για ποιο σκοπό ακριβώς χρηματοδοτήθηκε. Επίσης, καθόλου δεν εννοώ ότι πήρε χρήματα παράνομα, αλλά πάντως ο συγκεκριμένος άνθρωπος χρήματα από το Χριστόδουλο πήρε. Αναφέρθηκα στο Παρόν, διότι δικό του άρθρο αποτέλεσε αφορμή αυτής εδώ της συζήτησης. Συκοφαντία είναι όταν λες κάτι που είναι ψέμμα. Προσωπικά δεν είπα τίποτε που να είναι ψέμμα. Και το πρόσωπο είναι υπαρκτό, και η σχέση του με το Παρόν υπαρκτή, και η χρηματοδότηση υπαρκτή και είναι πράγματα περίπου “κοινό μυστικό”. Δεν θέλω να αναφέρω το όνομα και λεπτομέρειες για να μην ξεκινήσει καινούργιος κύκλος αντιπαράθεσης στα πλαίσια προσωπικής επίθεσης. Δεν έχει σημασία εξάλλου και πραγματικά δεν θέλω να τα βάλω με την όποια υγιή ευγνωμοσύνη μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος απέναντι στον ευεργέτη του. Για αυτό και δεν ανέφερα το όνομα. Αλλά απέναντι στον ευεργέτη σου, δεν μπορείς να γράψεις παρά ύμνους. Λογικό είναι και όχι κατακριτέο. Όμως ανατρέπει τη δημοσιογραφική σου αξιοπιστία.
- Τα περί “τουρκικότητας” του Πατριάρχη είναι μια υφέρπουσα συκοφαντία γενικότερα κατά του Πατριάρχη και, αν δεν ειπώθηκαν από σένα (που χαίρομαι που όντως δεν ειπώθηκαν), πάντως ειπώθηκαν από τον Πατριώτη και κατά κόρον από το σύνολο σχεδόν των υποστηρικτών Χριστόδουλου.
- Τα περί εξελίξεως σε “Πατριαρχείο Ελλάδος”: Το ζήτημα για το Χριστόδουλο ήταν η δυνατότητά του να κάνει κουμάντο σε άλλες Μητροπόλεις. Μια δυνατότητα που ΔΕΝ επιτρέπεται υπό το ισχύον συνοδικό καθεστώς. Αν μνημονεύεται ή, έστω, προβλέπεται η μνημόνευση (και ας ίσχυε από τον “επόμενο” Αρχιεπίσκοπο), τότε μπορεί και κάνει κουμάντο. Είναι “δικός του” χώρος. Αλλιώς δεν είναι, δεν μπορεί να εισπηδήσει, όπως λέγεται. Αυτό προσιδιάζει στο Πατριαρχικό σύστημα. Ο στόχος του Χριστόδουλου δεν ήταν να αναδειχθεί σε “Πατριάρχη Ελλάδος”, ο φανερός τουλάχιστον στόχος γιατί κρυφός μπορεί κάλλιστα να ήταν. Ο στόχος του ήταν η εξουσία στις άλλες Μητροπόλεις. Με τη μνημόνευση αυτό επιτυγχανόταν. Ρώτα οποιονδήποτε Κανονολόγο να σου το εξηγήσει. Δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας. Απλώς δεν το γνωρίζεις εσύ. Και ο “αστερίκος” του τύπου “θα μνημονεύεται ο επόμενος Αρχιεπίσκοπος” δεν ήταν αρκετός για να αποτρέψει το αποτέλεσμα που ήθελε ο Χριστόδουλος. Αν δεν είχε σημασία για τη διοίκηση της Εκκλησίας, τότε γιατί το ήθελε; Προφανώς και είχε σημασία και, αν συμφωνιόταν κάτι τέτοιο ή αν επιβαλλόταν παρά τη θέληση του Πατριαρχείου, τότε η διοικητική μεταβολή θα είχε επέλθει και δεν θα χρειαζόταν η “ανακήρυξη” σε Πατριαρχείο. Όχι ότι δεν θα ερχόταν κι αυτή σε δεύτερο χρόνο, αλλά δεν χρειαζόταν. Η ουσία τον ενδιέφερε το Χριστόδουλο και όχι ο τύπος και η ουσία ήταν η ανάμιξή του σε όλες τις ελλαδικές Μητροπόλεις. Ούτε τον ενδιέφερε ιδιαίτερα αν δεν θα είχε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Τώρα, αν σε πείθω δεν ξέρω, αλλά δεν μπορούμε να τους πείσουμε όλους για όλα.
- Εγκλήματα στα εθνικά θέματα. Το ζήτημα είναι τεράστιο και δεν θέλω να το ανοίξω, γιατί θα ανοίξει τεράστιος κύκλος αντιπαράθεσης τον οποίον δεν θα είμαι σε θέση να παρακολουθήσω. Θα πω ορισμένα πράγματα συνοπτικά μόνον για να μην θεωρηθεί ότι δεν έχω να πω τίποτα. Θεωρώ μεγαλύτερο έγκλημα του Χριστόδουλου στο ζήτημα αυτό τη στοχοποίηση των εθνικών θεμάτων από σημαντική μερίδα του αριστερά σκεπτόμενου τμήματος της κοινωνίας. Μέγιστο έγκλημα στο πεδίο των εθνικών θεμάτων θεωρώ τη διάβρωση που επήλθε στην Εκκλησία. Επίσης, την οιονεί Χριστιανοδημοκρατική θεώρηση των πολιτικών πραγμάτων, που φθείρει τη σχέση Εκκλησίας και Έθνους. Ο Χριστόδουλος επανειλημμένα υποβίβασε εαυτόν σε κομματάρχη. Αν αυτό δεν μπορεί να πλήξει την Εκκλησία του Χριστού, ωστόσο απετέλεσε πλήγμα για το έθνος μας, με σημαντικές συνέπειες μεσο-μακροπρόθεσμα, αν δεν αναιρεθεί από τον Ιερώνυμο. Θεωρώ ότι η αποχή Ιερώνυμου από την πολιτική, ακόμη και τα εθνικά (στα οποία όντως χρειαζόμαστε σήμερα μια μαχητική Εκκλησία), θα συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Θα αγωνιστούμε προς το παρόν χωρίς τη διοικούσα Εκκλησία. Εγώ μπορώ να το αντέξω.
Τέλος, το κυριότερο ήταν ότι ο Χριστόδουλος με αυτά και μ’ αυτά καθόλου δεν προέβαλε τη σωτηριώδη δύναμη της Εκκλησίας, που προέρχεται από τα Άγια Μυστήρια. Προέβαλε την Εκκλησία ως μια οπαδικού τύπου σχέση. Μπορεί “οι νέοι να πλησίαζαν την Εκκλησία”, στην πραγματικότητα όμως αυτό που προέβαλε ο Χριστόδουλος ήταν μια κοσμική κατάσταση χωρίς να δίδει έμφαση σε αυτό που είναι ο κύριος και μόνος σκοπός της Εκκλησίας: Η σωτηρία της ψυχής του ανθρώπου. Δεν είναι μόνον για το Άγιον Όρος αυτά, είναι για τον κάθε Χριστιανό. Μιλούσαμε επί Χριστόδουλου για το “μήνυμα της Εκκλησίας” και το βασικό μήνυμα που δεν είναι άλλο από τη διαχρονική ρήση του Ιωάννη του Πρόδρομου, αλλά και του Ίδιου του Κυρίου “μετανόείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών” το ξεχάσαμε. Λες Ανδρέα ότι αποκατέστησε ζωντανή επαφή με το λαό, αλλά με ποιο σκοπό; Την αποκατάσταση του “κατ’ εικόνα και ομοίωση” στον κάθε άνθρωπο ή στόχους εθνικο-πολιτικούς και κοινωνικούς; Νομίζω ότι το δεύτερο συνέβη. Αυτό που εσύ θεωρείς ότι ήταν το επίτευγμα του Χριστόδουλου, θεωρώ εγώ το κορυφαίο σφάλμα του. Το κορυφαίο έγκλημά του. Μπήκε μπροστά στο Χριστό και αντί ο κόσμος να βλέπει το Χριστό έβλεπε το Χριστόδουλο.
Και εδώ θέλω να σου πω Πατριώτη, ότι δεν κατάλαβες πού είναι η διαφωνία μου με σένα. Όχι δεν συμφωνούμε και δεν λέμε το ίδιο πράγμα. Εσύ λες “οι Αγιορείτες ζουν, καλώς ή κακλώς “στο δικό τους κόσμο”. Ο “δικός τους κόσμος” είναι ο κόσμος του Χριστιανού. Του κάθε Χριστιανού. Φως μοναχοίς άγγελοι, φως κοσμικοίς μοναχοί, είπε ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. Η ζωή των Αγιορειτών και των κάθε σωστών μοναχών είναι παράδειγμα και καθοδήγηση για τον κάθε Χριστιανό. Είναι για να δίδει παράδειγμα και σ’ εμάς. Εμείς σαν κοσμικοί λογικό είναι να έχουμε και μεγαλύτερη μέριμνα για την ελληνική μας συλλογικότητα, όμως ο στόχος, η Βασιλεία των Ουρανών, δεν αλλάζει και σε μας. Δεν είναι συνεπώς “δικός τους” ο κόσμος που ζουν. Είναι και δικός μας. Και ευτυχώς. Είναι του κάθε ανθρώπου.
Όσον αφορά το θέμα του Άνθιμου, φυσικά και ετέθη από τον Πατριάρχη, αλλά όχι επειδή “του το είπαν οι Τούρκοι”, αλλά λόγω προσωπικής γνώμης – ασχέτως αν ήταν σωστή ή λάθος. Ήταν το μόνο σημείο στο οποίο υπεχώρησε ο Πατριάρχης. Η επευλογία της αρχικώς αντικανονικής εκλογής του Ανθίμου. “Χάρισε” τη μεμονωμένη περίπτωση στο Χριστόδουλο για να κρατήσει το μείζον, τα δικαιώματα του Πατριαρχείου στις Νέες Χώρες. Απόδειξη και του ότι ο Πατριάρχης δεν το πήρε εγωιστικά. Ο Χριστόδουλος αποδέχθηκε ότι χωρίς την έγκριση του Πατριάρχη θα ήταν αντικανονική η εκλογή Ανθίμου και ο Πατριάρχης επευλόγησε. Αφού πήρε αυτό που ήθελε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Χριστόδουλος άφησε τα υπόλοιπα εκεί που πάντοτε ήταν. Επιμένω ότι ούτε ο Πατριάρχης είναι άγιος. Όμως η κοσμική αποδοχή των ενεργειών του Χριστόδουλου αποτρέπει τον πολύ κόσμο από το να δει τα εγκλήματα του τελευταίου. Ο Πατριάρχης διαπράττει λάθη, ως άνθρωπος, ο Χριστόδουλος διέπραξε εγκλήματα. Ας ελπίσουμε να μετενόησε και να εύρει ανάπαυση στη Βασιλεία του Κυρίου. Και ας ελπίσουμε να δείξουμε μετάνοια όλοι μας για τη φαύλη μας ζωή.
Κάτι τελευταίο: ΔΕΝ νίκησε η πλευρά μας, Ανδρέα 100%. Θα έλεγα, δεν νίκησε καν. Το θρήσκευμα αφαιρέθηκε και η διαμάχη μας άφησε “κληρονομιά” το αυγό του φιδιού: Μια ξεδιάντροπη όσο και ανεξέλεγκτη “Αρχή” που υποτίθεται ότι μας προστατεύει από τους εαυτούς μας και τα “προσωπικά μας δεδομένα” και η οποία, ως μη πολιτικό όργανο, ανέλαβε το κύριο βάρος της επίθεσης κατά της θρησκευτικότητας του κράτους μας. Αν σήμερα η πλειονότητα των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας αρνείται να πάρει μέρος στον ετήσιο Αγιασμό του Δικαστηρίου, αυτό είναι κατάλοιπο της “μάχης των ταυτοτήτων”. Κατάλοιπο της ήττας μας στη μάχη των ταυτοτήτων: που συνοψίζεται στο ότι η θεσμική θέση της θρησκείας μας στον ελλαδικό κράτος εντέλει διαβρώθηκε.
” Θεωρώ ότι η αποχή Ιερώνυμου από την πολιτική, ακόμη και τα εθνικά (στα οποία όντως χρειαζόμαστε σήμερα μια μαχητική Εκκλησία), θα συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Θα αγωνιστούμε προς το παρόν χωρίς τη διοικούσα Εκκλησία. Εγώ μπορώ να το αντέξω.”
Χθες παρακολουθούσα στις ειδήσεις (ο Θεός να τις κάνει!) τα περί «γάμου» ομοφυλοφίλων. Οι πάντες εξέφεραν άποψη και σχολίαζαν.
Όταν ρώτησαν τον Ιερώνυμο, εκείνος απέφυγε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο. Μα είναι δυνατόν να αποφεύγει να σχολιάσει το Σκοπιανό (εκτός του να επικρίνει εμμέσως πλην σαφώς τον Άνθιμο), να σχολιάσει το τι είπε κι έκανε στο Φανάρι, να σχολιάσει τα «πουστοπαντρέματα», να σχολιάσει το ένα, να σχολιάσει το άλλο και να θέλει να τον πάρει κανείς στα σοβαρά σαν αρχιεπίσκοπο και θεσμό; Είναι δυνατόν να αποφεύγει να πάρει θέση σε κάθε ζήτημα; Διότι αυτό κάνει. Είναι εντελώς ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι αυτοκέφαλη, αλλά εντελώς A K Ε Φ Α Λ Η !!
Μερικά σημεία αξίζει να σχολιαστούν
1. Παρόν. Ωραία, λες δηλαδή ότι κάποιος άλλος πήρε χρήματα και όχι ο Κουρής, και ότι αυτό είναι γνωστό σε αρκετούς. Πόσο σημαντικός είναι αυτός ο “άλλος” για το Παρόν; παραπάνω από απλός δημοσιογράφος; Αφού η χρηματοδότηση ήταν τόσο φανερή, μήπως τελικά δενήταν καθόλου κρυφή τελικά; Μήπως δηλαδή ανακοινώθηκε και επίσημα; Λες ότι μιλάς μόνο για το Παρόν γιατί το αρχικό άρθρο ήταν της εφημερίδας αυτής, αλλά γενικεύεις και λες ότι “μοίρασε πολύ χρήμα”. Η δε θα γενικεύεις καθόλου ή θα αναφέρεσαι μόνο στο συγκεκριμένο. Με ποιο σκεπτικό δόθηκαν τα χρήματα;
Από αυτά που λες εγώ συμπεραίνω τα εξής: είτε πρόκειται για “κοινό μυστικό” που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (όπως συμβαίνει συχνά με “κοινά μυστικά”), είτε (το πιθανότερο) να υπερβάλεις ΚΑΙ στη σχέση του χρηματοδοτούμενο με τον Κουρή (δηλαδή στο πόσο σημαντικός είναι για τη γραμμή της εφημερίδας), ΚΑΙ στην αιτία της χρηματοδότησης (που για σένα είναι η στήριξή του δια της εφημερίδας), ΚΑΙ στο ποσό της χρηματοδότησης (που για σένα συνιστά “ευεργεσία”, της οποίας το ανταποδοτικό χρέος ακόμα υπάρχει…), αλλά ΚΑΙ στο είδος της χρηματοδότησης (αφού ήταν τόσο γνωστή, που το πρόβλημα;).
Για τις “συκοφαντίες”, μάλλον δεν κατάλαβες και ξέχασες ποιος και πότε τις έφερε στην κουβέντα. Εσύ χρησιμοποίησες τη λέξη αρκετές φορές λέγοντας μάλιστα ότι “το Αντίβαρο υιοθέτησε πλήρως της συκοφαντίες του Χριστόδουλου”(!!). Εγώ δεν είπα ποτέ ότι εσύ λες συκοφαντίες, εγώ είπα ότι μιλάς αόριστα. Άρα, κακώς μου απαντάς λέγοντας ότι “δεν συκοφαντίες και αναφέρεσαι σε γνωστά γεγονότα”. Έπρεπε, αντίθετα, να μου εξηγήσεις για ποιες ακριβώς συκοφαντίες του Χριστόδουλου, και πώς τις υιοθέτησε το Αντίβαρο, όπως επίσης και ποια προπαγάνδα. Εσύ τα είπες αυτά. Το ίδιο περίπου έκανες και με τα “εγκλήματα”. Επί της ουσίας αυτού που ανέφερες ως “έγκλημα” απαντώ παρακάτω, αλλά εν προκειμένω θα ήταν πολύ καλύτερα αν δε χρησιμοποιούσες αυτές τις λέξεις: συκοφαντίες, προπαγάνδα, εγκλήματα και έλεγες απλώς τη γνώμη σου χωρίς χρωματισμένα επίθετα. Όχι μόνο λοιπόν δεν προσέχεις στου χαρακτηρισμούς σου, αλλά απαντάς σαν να σου τους αποδίδω εγώ!
2. Για το άρθρο στο Αντίβαρο. Ναι, είχε μείνει το απόσπασμα στην πρώτη σελίδα για 2 χρόνια. Αρχικά ήταν τρέχον θέμα και μετά έλειπα για 12 μήνες στο στρατό και δεν έκανα καμία αλλαγή. Ολόκληρο αυτό το διάστημα όμως είχα και το δικό σου άρθρο με τίτλο “Απάντηση στον Αλ. Γερμανό” (ή κάπως έτσι) που ήταν κάπως προσβλητικό να αναφέρεται το όνομα στον τίτλο. Πολύ κακώς το άφησα έτσι.
3. Θεωρείς ως “έγκλημα” του Χριστόδουλου ότι “Μπήκε μπροστά στο Χριστό και αντί ο κόσμος να βλέπει το Χριστό έβλεπε το Χριστόδουλο”. Το θεωρώ τεράτια υπερβολή και εντελώς άδικο αυτό που λες. Δε θα μιλήσω γενικά, θα μιλήσω για μένα. Συνειδητοποίησα τι είναι και τι δεν είναι η Εκκλησία με τον Χριστόδουλο. Πιο πριν κουβαλούσα κι εγώ πολλά στερεότυπα.
Όσο για το “κομματάρχης” (εννοείς προφανώς της ΝΔ), πάλι δε συμφωνώ. Αν βασίζεσαι στην καραμέλα περί “δεξιάς του Κυρίου” (που ακόμα αναμασούν οι αντικληρικαλιστές), θα θυμίσω ότι ειπώθηκε μετά τις εκλογές του 2004, όταν είχαν συμβεί όσα είχαν συμεί από το 2000 και μετά. Θα θυμίσω την περίπτωση Τζαννετάκου, το βιβλίο Ιστορίας και ένα σωρό άλλα θέματα. Θα θυμίσω επίσης και το άνοιγμα στην αριστερά που το ξεχνάνε πολλοί. Ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος που επισκέφθηκε τον Περισσό! Έριξε γέφυρες και αποκατέστησε τις σχέσεις με πάρα πολλές προσωπικότητες της Αριστεράς. Επιζητούσε πάντοτε ίση και αντικειμενική απόσταση ασφαλείας από όλα τα κόμματα και τις παρατάξεις. Το αν υπάρχουν ορισμένοι που ανήγαγαν τον αντικληρικαλισμό τους σε υστερία και θέλουν αυτό να το κάνουν πράξη, για αυτό δεν ευθύνεται ο ίδιος. Πάντως οι “κομματάρχες” σίγουρα δε φέρονται έτσι.
4. Σε σχέση με το σήμερα. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι όταν αγωνίζεται κάποιος Ιεράρχης για τα εύσημα γραφίδων συγκροτημάτων τύπου και συγκεκριμένων τηλεοπτικών σχολιαστών, και λες Γιώργο ότι μπορούμε ταυτόχρονα να αγωνιζόμαστε (οι υπόλοιποι) για τα εθνικά θέματα χωρίς αυτό να μας πειράζει, ε έχω ορισμένες αντιρρήσεις, όπως καταλαβαίνεις.
5. Επιστρέφοντας στο κυρίως θέμα του διαλόγου, εκτιμώ πως το ουσιώδες δεν ήταν η περίπτωση του Νικολάου αλλά του Άνθιμου. Ο Πατριάρχης συμφώνησε ουσιαστικά το 2004 για το τρόπο που θα εφαρμόζεται η Πράξη του 1928, όπως ακριβώς και πριν. Αποδέχθηκε και το μεταθετό στις Νέες Χώρες, και το να μην παρεμβαίνει προσθέτοντας ή σβήνοντας ονόματα στην εκλογή σ’ αυτές. Ζητούσε από τότε και την αλλαγή του ΚΧΕ και το σχετικό νόμο του κράτους. Δεν έγινε δεκτό ούτε από την Εκκλησία ούτε από την κυβέρνηση, και εν τούτοις αποδέχθηκε έμπρακτα τα παραπάνω στην υπόθεση Άνθιμου. Πρόκειται για εκ των πραγμάτων αποδοχή της εφαρμογής της Πρ. του 28 όπως γινόταν από τότε ως το 2004 και όπως γίνεται από το 2004 μέχρι σήμερα. Σήμερα όμως ζητείται πάλι το ίδιο πράγμα. Αυτό που δεν είχε γίνει αποδεκτό το 2004, αυτό που ξεπεράστηκε με τη συμφωνία του 2004, το ξαναζητάει σήμερα.
Ο λόγος που δε συμφωνώ με το αίτημα είναι ότι ο επιπλέον διαμελισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει, ενώ αυτό που ζητείται σήμερα δεν προσφέρει απολύτως κανένα εχέγγυο επιβίωσης στο Πατριαρχείο. Άρα, και εμπόδια φέρνει, και δε βοηθάει σε τίποτα.
1. Α, συγγνώμη, έχεις δίκιο. Τώρα διάβασα προσεκτικότερα αυτό που είχες γράψει και είδα ότι όντως δεν με κατηγορείς εμένα ως συκοφάντη, αλλά απλώς αντιδράς στη δική μου λέξη “συκοφαντία” για το Χριστόδουλο. Οι συκοφαντίες που υιοθέτησε το Αντίβαρο είναι όλα αυτά τα αναληθή και ανακριβή που αναφέρει το γνωστό άρθρο του κ. Αλέξανδρου Γερμανού, τα οποία με την προβολή του άρθρου στην πρώτη σελίδα έγιναν και θέσεις του Αντίβαρου. Συκοφαντία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα, ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνωρίζει ότι το ισχυριζόμενο γεγονός είναι ψευδές. Τόσο ο κ. Γερμανός, όσο και εσύ, είναι προφανές ότι τα γνωρίζετε λάθος τα πράγματα. Απόδειξη ότι ουδέποτε υπήρξε ανταπάντηση στη δική μου τεκμηριωμένη απάντηση. Όμως οι περί τον Χριστόδουλο λαϊκοί και Ιεράρχες τα γνώριζαν πολύ καλά. Και όταν πείθουν σοβαρούς ανθρώπους όπως εσένα και τον κ. Γερμανό για τόσο χονδροειδή ψεύδη (χρονδροειδή για τους γνωρίζοντες) όπως αυτά που αναφέρονται στο επίμαχο άρθρο, τότε είναι όχι μόνον αισχροί, αλλά και πολύ επιδέξιοι συκοφάντες.
Για τους λοιπούς χαρακτηρισμούς, όντως έχεις κι εκεί δίκιο, θα έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός στη χρήση τους. Τους ανακαλώ λοιπόν, όχι όμως την ουσία των όσων είπα.
2. Δεν το θεωρώ ότι ήταν προσβλητική η αναφορά του ονόμαστος του κ. Γερμανού στον τίτλο, ακόμη και σήμερα που δέχτηκα τελικά να αλλάξω τον τίτλο μετά τη δική σου πίεση. Εν πάση περιπτώσει, το δέχτηκα και το άλλαξα. Το γεγονός όμως ότι φιλοξενείς και την αντίθετη άποψη (και σ’ ευχαριστώ για αυτό για μια ακόμη φορά) δεν αλλάζει το γεγονός ότι υιοθέτησες και προέβαλες τη μία από τις δύο απόψεις και μάλιστα την καταφανώς εσφαλμένη. Θα μου πεις, θα κρίνεις εσύ ο Μάτσος την εσφαλμένη και την ορθή; Σίγουρα όχι, αλλά ακόμη περιμένω ανταπάντηση στα όσα καταμαρτυρώ σε εκείνο το άρθρο μου ενάντια στην προπαγάνδα της Χριστοδουλικής πλευράς. Ούτε μία δεν υπήρξε, ούτε για ένα κόμμα. Μόνον η επισήμανσή σου για τον τίτλο και τη φερόμενη ως προσβλητική αναφορά στο συγγραφέα του άλλου άρθρου. Ακόμη και τώρα, είναι το μόνο που έχεις να πεις για εκείνο το άρθρο. Για την ουσία, ούτε κουβέντα.
3. Όχι, δεν τον εννοώ ως κομματάρχη της ΝΔ. Καμία σχέση. Τον εννοώ ως κομματάρχη ενός υποτιθέμενου “κόμματος της Εκκλησίας”. “Ηγούμαι του 97% του λαού” είχε πει κάποτε. Πρόκειται για άποψη με καθαρά χριστιανοδημοκρατική στόχευση. Το “κομματάρχης της ΝΔ” ήταν κατηγορία του ΠαΣοΚ για να ανακόψει τις απώλειες από το αντι-εκκλησιαστικό του παραλήρημα.
Δεν θέλω να σε ρωτήσω τι κατάλαβες ότι είναι ή δεν είναι η Εκκλησία με το Χριστόδουλο γιατί αφορά προσωπικές σου θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά θα με ενδιφέρε πολύ να το ακούσω. Βασικά για μένα η Εκκλησία είναι η ζώσα προέκταση της Αγίας Τριάδος επί της γης. Στο ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως λέμε, συνεχίζοντας από το πρώτο άρθρο “Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα … και εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν… και εις το Πνεύμα το Άγιον… εις μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν…”. Δηλαδή πιστεύουμε στην Εκκλησία, όπως πιστεύουμε και στον Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. Είναι δια του Αγίου Πνεύματος ολόκληρη η Αγίας Τριάς παρούσα επί της γης, αυτή που τελεί τα Άγια Μυστήρια, αυτή που τρέπει τον Άρτο και Οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Δεν μπορώ να σκεφθώ κάτι άλλο ότι είναι η Εκκλησία. Δεν μπορεί να είναι τίποτε λιγότερο και είναι αδύνατον να είναι κάτι περισσότερο, αφού είναι ο Ίδιος ο Θεός. Συνέβαλε άραγε ο Χριστόδουλος στο να το καταλάβεις έτσι; Αν και αμφιβάλλω, ωστόσο το θέτω ειλικρινά το ερώτημα. Αν πάλι δεν θέλεις να το απαντήσεις, ίσως θα είναι καλύτερα να μην το απαντήσεις.
4. Δεν συμφωνώ ότι ο Ιερώνυμος αγωνίζεται για τα εύσημα γραφίδων συγκροτημάτων. Δεν ξέρω από πού το βγάζεις αυτό το συμπέρασμα. Αν έχεις στοιχεία για αυτό που δεν τα έχω εγώ, ευχαρίστως να το συζητήσουμε. Μην κρίνεις όμως τον Ιερώνυμο με τα μέτρα Χριστόδουλου. Ο στόχος του Ιερώνυμου είναι να φύγει η Εκκλησία από την τηλεόραση και την κοσμική επικαιρότητα. Έτσι το καταλαβαίνω εγώ.
5. Αφού ήδη έσβησε ονόματα, τα επτά των Αγιορειτών, πώς αποδέχθηκε ότι δεν θα προσθέτει και δεν θα σβήνει ονόματα; Από πού το βγάζεις αυτό το συμπέρασμα; Το μόνο που αποδέχθηκε ήταν η εκλογή Άνθιμου.
Όσο για τον ΚΧΕ, ας πούμε μερικά πράγματα ακόμη μια που το έθεσες και μια που, από ό,τι φαίνεται, δεν γνωρίζεις ορισμένα σημαντικά πράγματα.
Το άρθρο 3 παρ. 1 του Ελληνικού συντάγματος ορίζει τα εξής: “Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κϋριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού (άνω τελεία) τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς συνοδικούς και αποστολικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.”
Από τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς δύο πράγματα: Πρώτον, ότι είναι συνταγματική επιταγή η τήρηση των “ιερών συνοδικών και αποστολικών κανόνων και των ιερών παραδόσεων” και, δεύτερον, ότι ο Καταστατικός Χάρτης πρέπει να είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του Τόμου του 1850 και της Πράξης του 1928. Ως εκ τούτου, νόμος του Κράτους, περιλαμβανομένου και του Καταστατικού Χάρτη (που είναι νόμος του Κράτους και ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ, ο ν. 590/1977), δεν μπορεί να αντίκειται στους κανόνες της Εκκλησίας, ούτε στις διατάξεις του Τόμου ή της Πράξης. Με άλλα λόγια, οι Ιεροί Κανόνες, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Τόμου και της Πράξη, έχουν για το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, ισχύ συνταγματική. Ο συνταγματικός νομοθέτης δέσμευσε με τον τρόπο αυτόν τον κοινό νομοθέτη, ώστε ο τελευταίος και να σέβεται τους εσωτερικούς κανόνες που η Ίδια η Εκκλησία έθεσε, αλλά και να μην υπάρχουν αντικανονικές επεμβάσεις στα εσωτερικά της Εκκλησίας.
Η συνταγματική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 δεν ήταν καινούργια, είχε περιληφθεί και σε παλαιότερα συντάγματα, όμως είχε πολύ πρόσφατη, τότε, ιστορία και πολύ έντονη: Αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε η χούντα ήταν να διώξει τον γηραιό Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και να ενθρονίσει τον δικό της εκλεκτό Ιερώνυμο, προκειμένου να ελέγξει την Εκκλησία. Μάλιστα, επειδή ο Ιερώνυμος δεν μπορούσε να διοικήσει με εχθρική την υπόλοιπη Ιερά Σύνοδο (που παρέμεινε πιστή στην πλεινότητά της στον Χρυσόστομο), η χούντα διόρισε και ειδική “αριστήνδην”, όπως την ονόμασε, Ιερά Σύνοδο με “δικούς της” Μητροπολίτες μόνον σε αυτήν. Όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το 1973, τόλμησε και κήρυξε αντισυνταγματικό τον ορισμό της αριστήνδην Ιεράς Συνόδου, όπως και τον πραξικοπηματικό ορισμό Ιερώνυμου. Η χούντα αποδέχθηκε την απόφαση αυτή, όχι τόσο από σεβασμό στο ΣτΕ, όσο επειδή εμμέσως, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των ενεργειών της από το ΣτΕ νομιμοποιούσε δικαστικά το χουντικό Σύνταγμα του 1968. Η απόφαση του 1973 επιβεβαιώθηκε και υπό την ισχύ του δημοκρατικού Συντάγματος του 1975 με τις αποφάσεις 825/1988 και 2569/1991 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναγάγει τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, περιλαμβανομένων και του Τόμου και της Πράξης, σε κανόνες υπερονομοθετικής ισχύος.
Και ενώ αυτά γνωρίζαμε ως δεδομένα, ήλθαν δύο πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούν μάλιστα ακριβώς το ζήτημα που συζητάμε, οι αριθ. 409 και 410/2008, να τα ανατρέψουν αυτά, και να μας πουν ότι συνταγματική κατοχύρωση απολαμβάνουν μόνον οι κανόνες του Τόμου και της Πράξης που διέπουν τον ορισμό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και αυτό ορμώμενοι από τα Πρακτικά της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975, όπου είχε ειπωθεί ότι η συνταγματική κατοχύρωση ήταν απαραίτητη για να αποφευχθεί στο μέλλον η δημιουργία νέων “αριστήνδην” συνόδων. Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το ΣτΕ μπορεί να στηριχθεί και στο γράμμα της διάταξης του 3 παρ. 1 του Συντάγματος, ανάλογα με το πώς θα αναγνώσει κανείς τη διάταξη (που αναφέρεται εκείνο το “με τήρηση”). Υπήρξε ωστόσο ισχυρή μειοψηφία 10 Συμβούλων (σε σύνολο 31), εκ των οποίων ο ένας μάλιστα παρέπεμψε ρητά στην έγκριση της εκλογής Ανθίμου από τον Πατριάρχη, ενώ οι υπόλοιποι εννιά επιχειρηματολόγησαν ευθέως με τη συνταγματική ισχύ όλων των όρων της Πράξης και του Τόμου.
Προσωπικά και ασχέτως της παρούσας διαμάχης, ως νομικό με βρίσκει σύμφωνο η άποψη ότι όλοι οι όροι της Πράξης και του Τόμου απολαμβάνουν συνταγματικής κατοχύρωσης. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι η Ελληνική Πολιτεία ανέλαβε ελλιπείς δεσμεύσεις έναντι της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για την τήρηση των όρων. Είναι πάντως γεγονός ότι και το ίδιο το ΣτΕ στις παραπάνω αποφάσεις του ρητώς ανεγνώρισε τη διάσταση μεταξύ Πράξης και ΚΧΕ στο θέμα του μεταθετού, απλώς την έκρινε κατά πλειοψηφία συνταγματική με το ανωτέρω επιχείρημα της μη πλήρους κάλυψης των όρων της Πράξης από το Σύνταγμα. Άλλωστε, η τήρηση της Πράξεως ακόμη και εάν θεωρηθεί η ίδια η Πράξη ότι δεν ανήκει στους Ιερούς Κανόνες ή στην Ιερά Παράδοση είναι και υποχρέωση με βάση τους Ιερούς αυτούς κανόνες, οπότε προκύπτει η αντισυνταγματικότητα του ΚΧΕ και από εκεί. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για απόφαση σκοπιμότητας του ΣτΕ, από τις όχι λίγες που εκδίδει κατά καιρούς.
Μου κάνει εντύπωση πάντως που κατηγορείς τον Πατριάρχη για το ότι ζητάει τήρηση των όρων της Πράξης του 1928. Αφού αυτή ήταν και είναι διαχρονικά η βούληση του Πατριαρχείου, να δώσει τις Μητροπόλεις αυτές “επιτροπικώς” στην Εκκλησία της Ελλάδος υπό τους συγκεκριμένους όρους και αφού ο ΚΧΕ τα λέει αλλιώς, γιατί να μην επιμένει στην τήρηση αυτών των όρων; Είναι προφανής η αναντιστοιχεία ΚΧΕ και Πράξεως. Γιατί να μην επίθυμεί το Πατριαρχείο τήρηση της Πράξεως;
Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μου κάνει που επιμένεις για πράγματα προφανώς εσφαλμένα σε σχέση με τη “συμφωνία” του 2004. Δεν ξέρω ποια είναι η πηγή της πληροφόρησής σου. Ούτε αποδέχθηκε να μην σβήνει ονόματα ο Πατριάρχης (αυτό θα ήταν αυτο-κατάργησή της Πράξης) ούτε υποσχέθηκε να μην ζητά αλλαγή του ΚΧΕ, ούτε αποδέχθηκε το μεταθετό στις Νέες Χώρες, πλην ειδικώς της περίπτωσης Ανθίμου “κατ’ οικονομίαν”, όπως είπε και υπό τους ειδικότερους όρους που έθεσε. Αν έχουμε τόσο διαφορετική άποψη περί της πραγματικότητας, τότε δεν έχει νόημα και η συζήτηση.
Η τελευταία σου φράση είναι και ο πυρήνας αυτού που αποκαλώ συκοφαντία εναντίον του Πατριάρχη και που απορώ πώς την έχεις αποδεχθεί: Κανένας δεν ζήτησε τον “επιπλέον διαμελισμό”. Ο Χριστόδουλος ήταν που ζήτησε από τον Πατριάρχη να καταργήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις αρμοδιότητες που ρητώς διατήρησε με την Πράξη. Ο Πατριάρχης το μόνο που ζητάει είναι η τήρηση της Πράξης. Δεν βλέπω ποιος είναι ο “επιπλέον διαμελισμός”. Αν υπάρχει κάποιος “διαμελισμός”, λέω, αν υπάρχει, αυτός υπάρχει συνεχώς από το 1928 έως σήμερα. Δεν ζητείται τίποτε επιπλέον. Το Πατριαρχείο με τη διακριτικότητά του, στα πλαίσια μάλιστα του αγώνα επιβίωσης που δίδει καθημερινά μέσα σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον, φέρθηκε με μέγιστη διακριτικότητα. Δεν μπορούσε να δεχθεί όμως την κατ’ ουσίαν κατάργηση της Πράξης που ζήτησε ο Χριστόδουλος το 2004. Μου είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθώ γιατί το δεν μπορείς να καταλάβεις κάτι τόσο απλό και τόσο ξεκάθαρο.
Τέλος, για το θέμα του γάμου των ομοφυλοφίλων, και εκεί, όπως και για τα εθνικά θέματα, με βρίσκει σύμφωνο η κριτική του Πατριώτη. Θα περίμενα, θα επιζητούσα, κάτι περισσότερο από τον Αρχιεπίσκοπο.
Συνοπτικά
1. Για τις συκοφαντίες, πάλι αναφέρεσαι αόριστα σε εκείνο το άρθρο. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, τι από τα γραφόμενα εκεί συνιστά συκοφαντία.
[Μην μπερδεύεις την άποψή σου με την αντικειμενικότητα όμως και θεωρείς ότι όποιος διαφωνεί μαζί σου λέει κάτι ψευδές, το λέει για να βλάψει κάποιον και επικαλείσαι τους νόμους για τη συκοφαντία κλπ]
2. Για την αντιπαράθεση για το άρθρο, εγώ δεν πήρα μέρος στη διαμάχη, ούτε δικό μου θέμα ήταν να απαντήσω αντί άλλου. Το ότι προτίμησα να προβάλω το ένα αντί του άλλου άρθρου, είναι δικό μου θέμα. Επιμένω να βρίσκω το πρώτο άρθρο πολύ ενημερωτικό, ήπιο σε σχέση με το δικό σου που είχε πολύ έντονο προσωπικό τόνο επίθεσης.
3. Λέγοντας εκείνη τη φράση για το Χριστόδουλο, εννοούσα προφανώς ότι έφερε ΚΑΙ εμένα, (όπως πιστεύω και _πάρα πολλούς_ ακόμη) πιο κοντά στην Εκκλησία. Δηλαδή επιβεβαιώνω στην πράξη αυτό για το οποίο λέγαμε πιο πριν και για το οποίο εσύ αμφέβαλες λέγοντας περίπου ότι “λένε ότι έφερε τους νέους στην Εκκλησία, αλλά αυτό εγώ πιστεύω ότι ήταν κακό όπως έγινε επειδή …”
4. Για τα εύσημα, αρκεί να διαβάσεις τι γράφουν και τι λένε για τον Ιερώνυμο όλο το 2008, αυτοί που καταλαβαίνεις, και θα το δεις και μόνος σου.
5. Ο “επιπλέον διαμελισμός” σημαίνει “επιπλέον κατακερματισμός” της Εκκλησίας. Λάθος έκφραση ίσως, το δέχομαι. Και είναι επιπλέον κατακερματισμός λαμβάνοντας υπόψιν όλα όσα ισχύουν για άλλες περιοχές.
Γεια χαρά.
Ιδού η θέση μου:
Την “Πράξη του 1928″ την είχε δεχτεί τότε η Εκκλησία της Ελλάδος, με προκαθήμενο τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Μικρασιάτη, με μεγάλη δυσφορία και πιεζόμενη από την τότε κυβέρνηση Φιλελευθέρων.
Η “Πράξη” αυτή, μία μονομερής απόφαση της Ενδημούσας Συνόδου του Πατριαρχείου (για να μας πει κάποιος ‘γνώστης’, ο απαρτισμός μίας τοπικής ενδημούσας συνόδου, όπως αυτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά πλειοψηφία από τιτουλάριους μητροπολίτες έχει προηγούμενο στην παράδοση της Ορθοδοξίας;), και δεν έχει επίσηςπροηγούμενο στην εκκλησιαστική ιστορία, αφού διαχωρίζει την πνευματική από την διοικητική εξάρτηση των επισκοπών. Αποτελεί ένα unicum στο κανονικό δίκαιο και δεν έχει κανένα απολύτως έρεισμα πουθενά.
Η αξία της είναι αξία κουρελόχαρτου και ως τέτοια την αντιμετώπιζαν όλοι οι αρχιεπίσκοποι από το 1928 μέχρι σήμερα, που ο μοιραίος Ιερώνυμος αποφάσισε να γίνει το πειθήνιο όργανο του Φαναρίου. Το σφάλμα των προηγούμενων αρχιεπισκόπων είναι ότι δεν είχαν βγει ευθέως να την καταγγείλουν την και να ζητήσουν την ανάκλησή της. Ο Χριστόδουλος ίσως το επιθυμούσε, αλλά ο Βαρθολομαίος, με την υποστήριξη και της τότε κυβέρνησης Σημίτη, έφτασε να του επιβάλει και επιτίμιο. Η αλήθεια είναι ότι οι προηγούμενοι αρχιεπίσκοποι πίστευαν ότι με τη σιωπηρή και σταδιακή αποδυνάμωση του εκτρωματικού αυτού εκκλησιαστικού εγγράφου (δηλ. της Πράξης του ‘28) θα φτάναμε σε ένα σημείο που από μόνη της θα είχε μπει στο χρονοντούλαπο της εκκλησιαστικής ιστορίας, μαζί με διάφορες άλλες άχρηστες “Πράξεις”. Δυστυχώς, έτυχε να ανεβεί στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ένας απίστευτα φιλόδοξος, αυταρχικός και εγωμανής ιεράρχης, σαν τον Βαρθολομαίο, και στη συνέχεια να πετύχει – με καθυστέρηση 10 ετών – να εκλεγεί αρχιεπίσκοπος ένας μετριότατου βεληνεκούς άνθρωπος, ο οποίος θεωρούσε ότι ο αρχιεπισκοπικός θρόνος δικαιωματικά του ανήκε μετά τον Σεραφείμ. Επιπλέον, τυχαίνει ο άνθρωπος αυτός, ο Ιερώνυμος, να κηδεμονεύεται από ένα “περίεργο” περιβάλλον (Θεόκλητος, Χρυσόστομος Ζακύνθου), που ξαφνικά επέλεξε να εμφανίζεται ως άγαν πατριαρχικό. Αυτό, σε συνδυασμό με τις δικές του προσωπικές ιδεοληψίες, κατέληξαν στο να επιβεβαιωθεί ο δήθεν “ιερός και απαραβίαστος” χαρακτήρας του ιδιότυπου αυτού εγγράφου του 1928 και μάλιστα να ζητείται, για πρώτη φορά, να περιληφθούν οι πρόνοιές του στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ενίσχυσης του αχόρταγου Φαναρίου από τις μητροπόλεις των “Νέων Χωρών”).
Η σχέση των δύο προκαθημένων είναι εμφανές ότι είναι πλέον σχέση άρχοντος και αρχόμενου (εξού και οι δουλικότατες προσφωνήσεις του Ιερωνύμου στον Βαρθολομαίο, με αποκορύφωμα το “‘οταν ο Πατριάρχης μιλά, εμείς σιωπούμε”!!). Το ζήτημα είναι ότι ο Ιερώνυμος μπορεί να καθήσει κάποια χρόνια στον θρόνο των Αθηνών, υποσκάπτοντας το μέλλον και βάζοντας μόνιμο βραχνά στο λαιμό της ελλαδικής Εκκλησίας. Αυτό ΔΕΝ είναι δικαίωμά του.
Αν το ελληνικό κράτος είχε κότσια, θα έδινε στην “Πράξη του 1928″ την αξία που πραγματικά έχει, δηλαδή θα την τοποθετούσε στο αρχείο άχρηστων εγγράφων με ιστορική απλώς αξία και θα μάθαινε στο Φανάρι ότι με ξένα κόλλυβα (δηλ. χρήματα του ελληνικού κράτους) μνημόσυνα δεν κάνουν. Καθόμαστε και ασχολούμαστε με μια φούχτα ασυνείδητων και απάτριδων δεσποτάδων που καλοπερνάνε με λεφτά του ΥΠ.ΕΞ…. Και αυτούς τους ανθρώπους, που περιφρονούν την Ελλάδα όσο τίποτα άλλο και που νομίζουν ότι τους χρωστάμε κι από πάνω, τους θεωρούμε φύλακες Θερμοπυλών. Πρόκειται για ομαδική παράκρουση, φυσικά ενορχηστρωμένη από ορισμένα ΜΜΕ που μόνο για το καλό της Εκκλησίας και του οικουμενικού Ελληνισμού δεν νοιάζονται.
Αν ο ελληνικός λαός ήξερε τι ζωή κάνουν οι περισσότεροι από τους δεσποτάδες στην Πόλη, ούτε απ’ έξω από το κατακαημένο Πατριαρχείο δεν θα περνούσε…
Στη βιαστική μου απάντηση Γιώργο τις προάλλες, ξέχασα ορισμένα σημεία:
1. Δεν ξέρω τι λέει ο ποινικός κώδικας (και δεν μπορώ να συζητάω επικαλούμενος αριθμούς διατάξεων, γιατί νιώθω ότι ο διάλογος γίνεται για τα ματια άλλων και όχι των συνομιλητών) περί συκοφαντίας, ξέρω όμως ότι παρόλο που λες ότι παίρνεις πίσω τους χαρακτηρισμούς, όσα είπες για το Παρόν τα άφησες ατεκμηρίωτα! Χωρίς να αποδίδω επίθετα, αυτή η τακτική _ΔΕΝ_ συνάδει ούτε με τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία που επιδιώκω να περιβάλλω τον συγκεκριμένο ιστοχώρο που φιλοξενεί κι εσένα, ούτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία που επιθυμείς για τον εαυτό σου. Σε παρακαλώ λοιπόν είτε να γίνεις πιο σαφής στις κατηγοριες και να απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα μου για το Παρόν, ή να τα πάρεις όλα αυτά πίσω. Δεν μπορεί να αφήνεις τέτοια υπονοούμενα για την εφημερίδα και μετά να αγνοείς τελείως τις ερωτήσεις που ακολούθησαν. Δεν είναι πεδίο μάχης εδώ, να αφήνουμε βόμβες και να φεύγουμε, και ο,τι ζημια γίνει έγινε.
2. Περί του “κομματάρχη Χριστόδουλου”. Παρανόησες κάτι, εσκεμμένα ή όχι. Ο Χριστόδουλος είπε ότι η _Εκκλησια_ εκφράζει το 97% του λαου, _όχι_ ο ίδιος. Και το είπε σε σχέση με τα δικαιώματα των πολιτών, υπενθυμίζοντας ότι δικαιώματα δεν έχει μονο μια μειονότητα, αλλα και η πλειονότητα, και δη η πλειονότητα του 97%, που δεν μπορούν να καταπατούνται υπέρ μιας μειονότητας. Είπε δηλαδή ότι “και το 97% έχει δικαιώματα”. Εσύ όμως διαστρέφεις τελείως αυτή την απάντηση και τον βαφτίζεις εξ αυτής κομματάρχη!
3. Επί της ουσίας: ωραία όλα αυτά που λες για το νομικό πλαίσιο. Το ζουμί όμως είναι άλλο, είναι τα εξής ερωτήματα που αφήνεις αναπάντητα:
πότε άλλοτε ζητήθηκε ή έγινε προσθαφαίρεση υποψηφίων πριν τον Πατριάρχη από το 1928 μέχρι το 1998;
πότε ζητήθηκε ή έγινε προσθαφαίρεση υποψηφιων από τον Πατριάρχη επί Χριστοδουλου από το 1998 μέχρι το 2004 (σε κάποια από τις 7 περιπτώσεις);
η 75ετής εφαρμοφή της Πράξης του 1928 μέχρι το 2004 δεν ορίζει σαφέστατα το πνεύμα της;
η συνέχιση της ίδιας εφαρμογής από το 2004 μέχρι σήμερα (όπου _ουδείς_ διαγράφηκε και _ουδείς_ προστέθηκε) δεν επιβεβαιώνει έμπρακτα τη συνεχεια αυτού του ιδιου πνεύματος της Πράξης του 1928 και το πως εφαρμόζεται από το Πατριαρχείο;
Τα υπενθυμίζω για να δείξω ποιος ζητάει περισσότερα σήμερα, σε σχέση με ο,τι γίνεται τα τελευταία 80 χρονια και με ο,τι συμφώνησε και ο ίδιος το 2004. Τέλος, μια που κι εσύ παραδέχτηκες ότι το θέμα προϋπήρχε του Χριστοδουλου και συνεχίζει να υπάρχει και μετά, σταμάτα να τον χρησιμοποιείς σαν κέντρο των επιχειρημάτων σου. δε μιλάμε για τον Χριστόδουλο, μιλάμε για την Εκκλησία. Ακόμα και να ήταν ο Χριστόδουλος το “πρόβλημα”, έφυγε πια! Δεν του αρκεί του Πατριάρχη το “κέρδος” που αποκόμισε από τη συμφωνία του 2004, δηλαδή το ότι του αποστέλλεται (πλέον) η λίστα με τους υποψηφίους; (άσχετα από το αν εγώ ερμηνεύω ότι το γεγονός πως δεν παρεμβαίνει καθόλου ως αποδοχή ότι συμφωνεί εμμέσως να μην το κάνει). Πες δηλαδή ότι δεν έχω δίκιο στην ερμηνεία μου αυτή, δεν καταλαβαίνω τον λόγο που ζητάει από τον Ιερώνυμο _περισσότερα_; Και ξαναρωτώ: λύνει το ενδεχόμενο πρόβλημα επιβίωσης του Πατριαρχείου αυτό που ζητά τώρα;
Πράγματι, από τη στιγμή που επέλεξα να μην πω ονόματα κλπ., έστω και αν είχα (ή νόμιζα ότι είχα) καλή πρόθεση, όντως αυτό που έγραψα για το Παρόν, έτσι ατεκμηρίωτο όπως το άφησα, κατεβάζει το επίπεδο. Συνεπώς, όχι μόνον το ανακαλώ πλήρως, αλλά ζητώ και συγγνώμη για το συμβάν. Όμως θα επιμείνω ότι, από τη στιγμή που το αναρτάς, υιοθετείς εμμέσως τις θέσεις του. Δικό σου θέμα το τι αναρτάς, εννοείται. Όμως η ανάρτηση είναι και θέση ταυτόχρονα, δεν το ανήρτησες χωρίς να λάβεις εμμέσως θέση επ’ αυτού. Η ίδια η πράξη της ανάρτησης είναι δηλαδή λήψη θέσης.
Λήψη θέσης είναι άλλωστε και η ύπαρξη χωριστού αφιερώματος στο Αντίβαρο για το Χριστόδουλο. Αποφεύγοντας τον πειρασμό να ξαναπώ εκφράσεις που θα πρέπει να τις πάρω πίσω, ξαναλέω μόνον ότι για μένα ο άνθρωπος αυτός έκανε μάλλον κακό παρά καλό στην Εκκλησία. Και στην Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου. Όταν κάνεις αφιέρωμα ως ηλεκτρονικός χώρος σε κάποιον άνθρωπο, σημαίνει ότι τον θεωρείς σημαντική προσωπικότητα με θετικό έργο. Δεν λέω ότι δεν ήταν σημαντική προσωπικότητα, ήταν, αλλά με αρνητική χροιά κατά τη γνώμη μου. Δεν μπορώ να δεχθώ δηλαδή την ύπαρξη αφιερώματος για έναν τέτοιο άνθρωπο στο Αντίβαρο. Βέβαια, δικός σου ο ιστοχώρος, αλλά την άποψή μου την καταθέτω.
Το κείμενο του pombale δεν με αφορά. Θα πω μόνον το εξής για το “κουρελόχαρτο”: δικές του είναι οι Μητροπόλεις του Πατριαρχείου, ό,τι “κουρελόχαρτο” θέλει μπορεί να βγάλει γι’ αυτές. Έχει την εξουσία να το πράξει. Αν δεν αρέσει αυτό στην ελληνική κυβέρνηση ή στους οπαδούς του Χριστόδουλου, δικό τους πρόβλημα. Αν δεν της αρέσει της ελληνικής κυβέρνησης η Πράξη, την ανακαλεί το Πατριαρχείο, μια που είναι “κουρελόχαρτο” και επανέρχονται στην πλήρη δικαιοδοσία του και αποκόπτονται διοικητικά από την Εκκλησία της Ελλάδος και παύει να ισχύει αυτομάτως ο ΚΧΕ εκεί. Αυτά για το “κουρελόχαρτο”, που δεν σας αρέσει κιόλας. Όποια διοικητική σχέση έχει η Εκκλησία της Ελλάδος με τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών την έχει χάρη το “κουρελόχαρτο”. Μην είστε αχάριστοι!
Κατά τα λοιπά:
Ναι, ο Χριστόδουλος το εννόησε και έτσι όπως λες, Ανδρέα, το “97% του λαού”, όμως υπήρξαν και περιπτώσεις που το εννόησε και όπως το λέω εγώ. Τώρα, δυστυχώς, αυτό δεν αποδεικνύεται με λόγια, γιατί έχει σημασία πώς το ακούς όταν το λέει κάποιος στην τηλεόραση, πώς το λέει δηλαδή ο ίδιος. Το έλεγε συχνά πάντως και το είπε και με τις δύο έννοιες. Δηλαδή εγώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις το αντιλήφθηκα ως χριστιανοδημοκρατική προσέγγιση. Πράγμα το οποίο είναι αντιληπτό και σε άλλες εκφάνσεις του χριστοδουλικού λόγου.
Σε σχέση με την εφαρμογή της Πράξης και το “πότε άλλοτε υποβαλλόταν η λίστα”, δεν έχω πρόχειρα αυτή τη στιγμή αναλυτικά στοιχεία, πάντως τότε είχαν δοθεί αναλυτικά στοιχεία στη δημοσιότητα σε σχέση με το πότε και πώς υποβάλλονταν και πότε άρχισε να ατονεί σταδιακά η υποβολή της λίστας στο Πατριαρχείο για έγκριση (αν θυμάμαι καλά, κάπου στη δεκαετία του 1970). Αυτό με βοηθά να καταλάβω καλύτερα και τον πυρήνα του σφάλματός σου, του δικού σου και του Αλ. Γερμανού: Η χριστοδουλική θέση ήταν: “Αφού έχει ατονήσει η υποβολή της λίστας, άρα τη θεωρώ κατηργημένη υποχρέωση και σταματάω να την τηρώ”. Στο κανονικό δίκαιο όμως δεν ισχύει αυτή η κοσμική θεώρηση των πραγμάτων. Η θέση αυτή του Χριστόδουλου ενείχε σαφή σκοπιμότητα, που δεν ήταν άλλη από την κανονική αποκοπή των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών από το Πατριαρχείο. Λέει π.χ. ο Αλ. Γερμανός “αφού είχε ατονήσει η αρμοδιότητα, τότε καλώς να καταργηθεί πλήρως” ή “έχει ήδη καταργηθεί πλήρως”, αντηχώντας τις χριστοδουλικές θέσεις. Τότε ήταν που απαίτησε ο Πατριάρχης, όταν εκφράστηκε αυτή η θέση Χριστόδουλου, να του τεθεί υπόψιν η λίστα. Του λέει τότε ο Χριστόδουλος “να σου την υποβάλω, αλλά να μην προσθαφαιρείς τίποτα”. Δηλαδή ήθελε να την υποβιβάσει σε τυπική υποχρέωση. Αφήρεσε τότε ο Πατριάρχης τα ονόματα των επτά Αγιορειτών για να αναιρέσει αυτή τη νέα αμφισβήτηση της κανονικής του δικαιοδοσίας (”δεν θα προσθαφαιρείς τίποτα”). Δηλαδή, δεν υπήρξαν επτά περιπτώσεις που αφήρεσε ονόματα, απλώς τότε που ήταν η διαμάχη αφήρεσε με μιας τους επτά Αγιορείτες. Δεν ξέρω τώρα εγώ αν το έκανε ειδικά για το Νικόλαο, ή αν του ήταν απλώς πιο εύκολο να ασκήσει εκεί την αρμοδιότητά του, μια που ήταν και ο Επίσκοπός τους, ή αν υπήρχε άλλος λόγος που αφήρεσε ειδικά αυτούς. Πάντως αφήρεσε τους επτά με μία και μόνο ενέργει και ήταν ακριβώς τότε, όταν του είχε υποβληθεί τότε η λίστα.
Αν σήμερα ο Βαρθολομαίος ζητάει περισσότερα από όσα ζητούσαν οι παλαιότεροι Πατριάρχες ή ο ίδιος πριν το 2004, αυτό γίνεται λόγω της ευθείας αμφισβήτησης που δέχθηκε η αρμοδιότητα του Πατριαρχείου από το Χριστόδουλο. Δηλαδή, ναι, το πρόβλημα ήταν ο Χριστόδουλος, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έληξε. Μπορεί ο επόμενος Αρχιεπίσκοπος να ξαναρχίσει τα ίδια. Ζητά λοιπόν τροποποίηση του ΚΧΕ και εναρμόνισή του με την Πράξη, ώστε να μην ξαναρχίσουν τα ίδια και επικαλείται κάποιος επόμενος Αρχιεπίσκοπος τον ΚΧΕ ως δήθεν υπέρτερο της Πράξης. αυτού του είδους τα επιχειρήματα ήταν που κατατάσσω στις απολύτως εσφαλμένες ενέργειες Χριστόδουλου κατά της Εκκλησίας: δεν μπορείς να είσαι Ιεράρχης και να λες ότι υπερισχύουν οι νόμοι του Κράτους των Θείων και Ιερών Κανόνων μόνον και μόνον γιατί έτσι σε βολεύει στη δεδομένη στιγμή. Πρόκειται εμμέσως για κατάλυση της Θείας Εξουσίας επί της Εκκλησίας! Είναι και το μήνυμα, η στάση που περνά στο λαό με το να υποστηρίζει αυτές τις εξωφρενικές εκκλησιαστικά και εκκλησιολογικά απόψεις, που τις κάνει ποιμαντικά εξωφρενικές. Γιατί, ποιο είναι το μήνυμα που περνάς στο λαό όταν λες ότι υπερισχύουν οι νόμοι του κράτους των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας; Δεν ξέρω αν το αντιλαμβάνεσαι έτσι, για μένα αυτό είναι ανταρσία κατά του Θεού του Ίδιου. Όταν η Εκκλησία ποτίστηκε, με τη Χάρη του Θεού, με άφθονο το αίμα των Αγίων μαρτύρων, που αρνούνταν να δεχθούν τον κοσμικό νόμο να λατρεύεται ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας σαν θεός, δεν μπορείς σήμερα να έρχεσαι και να λες “υπεριχύουν οι νόμοι του κράτους”. Με τίποτα.
Ίσως τώρα πια ο Πατριάρχης να έχει υπόψη του και τις αποφάσεις αριθ. 409 και 410/2008 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που αναφέρω παραπάνω, οι οποίες μειώνουν σημαντικά τη συνταγματική κατοχύρωση της Πράξης και γι’ αυτό θέλει πλέον τροποποίηση του ΚΧΕ. Είναι μια πολύ λογική εξήγηση αυτής της απαίτησης να τροποποιηθεί ο ΚΧΕ και να εναρμονισθεί με την Πράξη. Διότι ως τώρα ξέραμε ότι η Πράξη υπερισχύει του ΚΧΕ λόγω της συνταγματικής κατοχύρωσής της. Τώρα αυτό άλλαξε (προς το παρόν τουλάχιστον… μέχρι να ξαναλλάξει στο μέλλον η νομολογία του ΣτΕ).
Αυτό που δεν υπάρχει τώρα πια και που διερράγη λόγω Χριστόδουλου είναι η εμπιστοσύνη στην Εκκλησία της Ελλάδος. Όλα αυτά που έκανε ο Χριστόδουλος το 2004 βρίσκονται σε τέτοια δυσαρμονία με το πνεύμα, αλλά και το γράμμα, της Εκκλησιαστικής παραδόσεως, που πλέον στην περίπτωση του Βαρθολομαίου εφαρμόζεται το ρητό “όποιος καεί στο χυλό, φυσάει και στο γιαούρτι”.
Σε σχέση με την επιβίωση του Πατριαρχείου:
Αν αύριο υλοποιηθεί το απευκταίο σενάριο της εκδίωξης του Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη (είτε δια βιαίου τρόπου, είτε δια της σταδιακής ολικής εξάλειψης της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης), τότε το Πατριαρχείο κάπου θα πρέπει να πάει, διότι δεν μπορεί να εκλείψει ως θεσμός. Το πιθανότερο μέρος που θα πάει θα είναι οι “Νέες Χώρες”. Ίσως και να πάει στην Κρήτη, δεν ξέρω. Πάντως τότε θα του χρειαστεί επικράτεια. Αν και, κατά τη γνώμη μου, τότε η καλύτερη λύση θα ήταν η κατάργηση της Εκκλησίας της Ελλάδος και η υπαγωγή του συνόλου του ελληνικού εδάφους στην απευθείας διοίκηση του σε ελληνικό έδαφος, πλέον, εδρεύοντος Οικουμενικού Πατριαρχείου (όπως το Πατριαρχείο Αντιοχείας που εδρεύει στην συριακή Δαμασκό, καθότι η Αντιόχεια είναι σήμερα τουρκικό έδαφος). Δεν θα έχει νόημα τότε η διατήρηση του αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας. Επειδή όμως μια τέτοια λύση, που υπό άλλες συνθήκες μπορεί να ήταν αυτονόητη, δεν είναι αυτονόητη υπό τις συνθήκες που διαμόρφωσε η παρουσία Χριστόδουλου στην Εκκλησία της Ελλάδος, γι’ αυτό το Πατριαρχείο προσπαθεί να διαφυλάξει τις “Νέες Χώρες”, ως περιοχή στην οποία θα μπορούσε να καταφύγει αν εκδιωχθεί από την Κωνσταντινούπολη, στην περίπτωση που δεν υπάρξει η λύση της κατάργησης του ελλαδικού αυτοκεφάλου λόγω κακών μελλοντικών σχέσεων με την Εκκλησία της Ελλάδος. Η διασφάλιση δηλαδή της υπαγωγής των “Νέων Χωρών” στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείο δεν βοηθά στη σημερινή, αλλά σε ενδεχόμενη μελλοντική επιβίωση του Πατριαρχείου, αν εκδιωχθεί. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και έγινε “επιτροπικώς” η παραχώρηση το 1928, επειδή ήδη τότε οι περισσότεροι διέβλεπαν αυτό που συμβαίνει τελικώς σήμερα, δηλαδή την σταδιακή εξαφάνιση της τότε ακόμη ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινουπόλεως.
Ζητώ για μια ακόμη φορά συγγνώμη που μέσα στη δική μου υποκειμενική οργή για τα έργα και τις ημέρες Χριστόδουλου έρριξα πράγματι το επίπεδο του περιοδικού. Αλλά είναι τόσο, μα τόσο αυτονόητο για μένα ότι ο Χριστόδουλος έκανε κυρίως ζημιά ή μόνο ζημιά σε Εκκλησία και Ελλάδα, που δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι δεν το βλέπουν αυτό άνθρωποι με τους οποίους έχω κατά τα λοιπά ίδιες απόψεις σχεδόν σε όλα τα θέματα.
Α, κάτι τελευταίο: Το γεγονός ότι συμπίπτει η “χαρά” του εκδοτικού κατεστημένου με τη σιωπή Ιερώνυμου για σημαντικά θέματα που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να έχει εκφέρει λόγο, δεν αποδεικνύει τίποτα. Είναι η ίδια λογική που έλεγε π.χ. για το Αντίβαρο “ο Καρατζαφέρης είναι αντίθετος με το βιβλίο Ιστορίας” – “το Αντίβαρο είναι αντίθετο με το βιβλίο Ιστορίας” – “άρα το Αντίβαρο ταυτίζεται με τον Καρατζαφέρη”. Ναι, οι αντικληρικαλιστικοί κύκλοι έχουν “φτιαχτεί” που δεν έχουν έναν αγωνιστικό Αρχιεπίσκοπο απέναντί τους. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όσα κάνει ο Ιερώνυμος γίνονται για να παίρνει δήθεν “εύσημα” από το εκδοτικό κατεστημένο. Το ότι δεν μιλάει, το κάνει από εκκλησιαστικό φρόνημα. Το παρακάνει, κατά τη γνώμη μου, αλλά από την άλλη είναι και ανάγκη να υπάρξει διαφοροποίηση από το κακό παρελθόν Χριστόδουλου που είχε πιάσει το άλλο άκρο. Μεταξύ ενός αγωνστικού Αρχιεπισκόπου με εξασθενημένο εκκλησιαστικό φρόνημα και ενός μη αγωνιστικού Αρχιεπισκόπου με αυξημένο εκκλησιαστικό φρόνημα, προτιμώ σαφώς αυτόν με το αυξημένο εκκλησιαστικό φρόνημα. Όχι βέβαια ότι δεν θα ήθελα να είναι και αγωνιστικός. Είναι όμως ταπεινός και αυτό θα δείτε στην πορεία πόσο μεγάλο πλεονέκτημα είναι για κάθε εκκλησιαστικό άνδρα.
Η προσπάθεια που γίνεται από ορισμένους “πατριαρχολάγνους”, είτε ιδιοτελείς είτε ιδεοληπτικούς, να αναχθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την πρώτη τη τάξη (απλά και μόνο) Εκκλησία σε μία “Υπερ-Εκκλησία” είναι ΠΕΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ. Φτάνει να συζητιέται ακόμα και η κατάργηση όλων των αυτοκεφαλιών πλην αυτών των τριών παλαίφατων Πατριαρχείων (που ούτως ή άλλως στις έδρες τους φυτοζωούν και το μεν Αλεξανδρείας ζει χάρη στην ιεραποστολή και τις κοινότητες των Αφρικανών, το δε Αντιοχείας έχει το μισό του ποίμνιο εκτός Συρίας και Λιβάνου). Φυσικά, το θέλει προφανώς αυτό ο Βαρθολομαίος (δείτε τις συνεντεύξεις του στα διάφορα μέσα την πρώτη περίοδο της πατριαρχίας του), που διακατέχεται από φθόνο προς την παπική εξουσία, όμως οι άλλοι λαοί θέλουν τις τοπικές ανεξάρτητες Εκκλησίες τους. Αυτό όχι μόνο σήμερα ή από τον 19ο αιώνα, αλλά ήδη από τον 13ο αιώνα, για να μην πάω πιο πίσω, τον 11ο αιώνα, με την Αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ σε περιοχές όπου σε μεγάλο βαθμό ο πληθυσμός ήταν σλαβόφωνος.
Αυτή η λατρεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η αναγωγή του σε “Υπερ-Εκκλησία” είναι φαινόμενο που καλλιεργήθηκε επί πατριαρχείας Βαρθολομαίου και κινδυνεύει να εξελιχθεί σε εκκλησιολογική εκτροπή. Η εκκλησιαστική ρητορεία και οι λεκτικές υπερβολές είναι ακίνδυνες όταν δεν υποκρύπτουν άλλους στόχους, όχι όμως όταν λέγονται στα σοβαρά. Κάπως έτσι, “ανώδυνα”, ξεκίνησε το παπικό πρωτείο ήδη από τον 5ο αι. για να του δοθεί στη συνέχεια “θεολογική” τεκμηρίωση και να εξελιχθεί σε πρωτοφανή εκκλησιολογική αίρεση με τη γρηγοριανή μεταρρύθμιση του 11ου αι. Φαίνεται ότι αυτό δεν έγινε μάθημα στον κ. Βαρθολομαίο και στους κόλακές του. (Άλλωστε δεν νομίζω ότι θα είχαν πρόβλημα με την εκκλησιολογική εκτροπή του παπισμού αν ο πάπας αναγνώριζε στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μία θέση “πάπα της Ανατολής”..)
Όσο για την ‘Πενταρχία’, που εσχάτως την ‘φοράει’ πολύ το Πατριαρχικό περιβάλλον, όποιος διαβάσει θα μάθει ότι είναι εφεύρημα της εποχής του Ιουστινιανού και καμία σχέση δεν έχει με την πρώτη χιλιετία του χριστιανισμού ως σύνολο. Όταν εξαφανίστηκαν οι παλαιές αυτοκέφαλες Εκκλησίες της βόρειας Αφρικής, τότε εμφανίστηκε το ιδεολόγημα της Πενταρχίας. Δεν μαθαίνουμε την εκκλησιαστική ιστορία από μπροσούρες, όπως νομίζουν οι Φαναριώτες.
Γενικά, οι πατριαρχικοί φέρονται απέναντι στην Ελλαδική Εκκλησία με άθλιο τρόπο, όπως δεν τολμούν να φερθούν σε καμμιά αλλη ορθοδοξη εκκλησία. Παράδειγμα το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας το οποίο ανακηρύχθηκε το 1950. Ουτε διανοήθηκαν οι Φαναριώτες να θέσουν στους βουλγαρους ομοδόξους όρους ανάλογους με τον τομο του 1928. Το ερώτημα είναι γιατί τα κανουν απέναντι στους ομοεθνείς Έλληνες; Μά προφανώς γιατί δεν βρίσκεται κάποιος εκκλησιαστικός ή πολιτικός ηγέτης να τους βάλει στη θέση τους.
Και όλα αυτά την ώρα που το Πατριαρχείο εξαρτάται και παρα-εξαρτάται από κοσμική εξουσία: Ποιός τους ταϊζει τόσους δεσποτάδες στην Πόλη, αυτούς και τον περίγυρό τους; Ποιός πληρώνει τους δεσποτάδες του Πατριαρχείου ανά τον κόσμο; Ποιός πληρώνει τα voucher των πολυτελών ξενοδοχείων και τα συνέδρια και τους Αμαζονίους και τις δημόσιες σχέσεις του Βαρθολομαίου; Μα φυσικά το Ελληνικό ΥΠ.ΕΞ. Δεν πηγαίνουν χοντρά –και απόρρητα- κονδύλια του Υπ.Εξ. στο Φανάρι; Κρατικοδίαιτοι είναι και οι Φαναριώτες -και μάλιστα περισσότερο από τους δικούς μας. Απλά, εδώ τα πληρώνει το Υπουργείο Παιδείας, εκεί το Υπουργείο Εξωτερικών (και μάλιστα στην τελευταία περίπτωση γίνεται κανονικότατα σπατάλη, αφού χρεώνεται το ΥΠ.ΕΞ. ακόμα και την αγορά ειδών πολυτελείας με κάρτες από “άγαμους” κληρικούς του Πατριαρχείου στα ανά τον κόσμο ταξίδια τους).
Και για όσους προστρέχουν στην ιστορία και ρίχνουν σαπουνοπερίστικα δάκρυα για τον ‘βίαιο τρόπο’ που αποσχίστηκε η Ελλαδική Εκκλησία από την ‘αγκαλιά της Μητρός Εκκλησίας’, για να ‘βουλώσουν’ τους επικριτές της τελευταίας, να πω ότι δέχομαι να αποκηρύξω αυτούς που χώρισαν με τέτοιο τρόπο κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα την εκκλησία των Ελλαδιτών με την εκκλησία των λοιπών Ελλήνων στην παρακείμενη Οθωμανική αυτοκρατορία, που ήταν 4 φορές περισσότεροι και ποίμνιο του Πατριαρχείου. Αν και ο Καποδίστριας επίσης αυτοκέφαλο προωθούσε, ήταν όντως σκάνδαλο ο χωρισμός με τον τρόπο που επιβλήθηκε από τους Βαυαρούς, γιατί υπήρχε πέρα από τα Ελληνικά σύνορα μια ζώσα Εκκλησία που προσπαθούσε να ποιμάνει όλα τα υπόλοιπα από τα παιδιά της. Σήμερα όμως, πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας υπάρχει μια ενδημούσα σύνοδος τιτουλαρίων. Και ΤΙΠΟΤΑ άλλο. Επιτέλους ας αφήνουμε τους εκτός τόπου και χρόνου ρομαντικούς παραλληλισμούς.
(Ας μας εξηγήσει κάποιος γιατί να συμμετέχουν τιτουλάριοι επίσκοποι σε μία Σύνοδο; Ποιόν εκπροσωπούν; Το γεγονός ότι επικεφαλής της αντιπροσωπίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον διάλογο με τους Ρ/καθολικούς είναι ένας τιτουλάριος μητροπολίτης που διαμένει στην Κηφισιά και απλά φέρει τον τίτλο “Περγάμου” δεν είναι από μόνο του προβληματικό;)
Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι το Πατριαρχείο δεν είναι παρά ένας θεσμός που αν και λιβανίζεται αδιάκοπα βρίσκεται στη φάση “fin de siècle”, και δεν είναι παρά ένα κούφιο κέλυφος, ένα κογκλάβιο ιερωμένων άνευ ποιμνίου. Η Εκκλησία μπορεί να υπάρχει και θα υπάρχει και άνευ του κογκλαβίου αυτού.
Αλλά δυστυχώς, σε όλα τα δημόσια φόρα τα πατριαρχολάγνα επιχειρήματα επιδεικνύουν τραγική ημιμάθεια. Φαντασία, βυζαντινισμός χωρίς γνώση της βυζαντινής ιστορίας, μακαρονίστικη γλώσσα και τα μυαλά στα κάγκελα.
Μια τελευταία σημείωση για τον Ιερώνυμο και το ταξίδι του στο Φανάρι: Απ’ό,τι φαίνεται έκανε μία πολύ μεγάλη πατάτα, όταν νόμισε ότι οι ντιρεκτίβες του Βαρθολομαίου είναι υποχρεωτικές ΚΑΙ για την ελληνική κυβέρνηση (για τον ίδιο δεν το συζητάμε). “Οι επιθυμίες του βασιλιά είναι διαταγές” έλεγαν οι Γάλλοι, αλλά φαίνεται ότι οι επιθυμίες του wannabe “πάπα της Ανατολής” Βαρθολομαίου θα παραμένουν επιθυμίες. Γιατί μόνο ως (αστεία) απειλή μπορεί να εκληφθεί η ιδέα ότι μια ενδημούσα σύνοδος τιτουλαριων θα αλλάξει τη ρότα εκκλησιών που έχουν ζώσα σχέση σε καθημερινό επίπεδο και για δεκαετίες με ποίμνια εκατομμυρίων ανθρώπων.. Δηλαδή πόσο πιο πέρα θα φτάσει η Βατικάνεια αλλοτρίωση του Φαναρίου, έλεος!
Εκτός φυσικά και αν βρεθεί κυβέρνηση στο μέλλον, σαν αυτή του Σημίτη, που θα εφαρμόσει το “διαίρει και βασίλευε” στον χώρο της Εκκλησίας, και άρα θα αφήσει “αμολητή” την κλίκα του Φαναρίου να τα κάνει λίμπα μέσα στην ελλαδική Εκκλησία. Για να δούμε, αν –κούφια η ώρα, αλλά με τα γραμμάτια που έχει αρχίσει να ξοφλάει ο Ιερώνυμος στους υποστηρικτές του πολύ φοβάμαι ότι θα το δούμε και αυτό- ανακινηθεί το ζητημα του χωρισμού Εκκλησίας και κράτους, θα τρομάξει δεόντως το Φανάρι και οι εδώ καλοπερασάκηδες υποστηρικτές του τόσο ώστε να σταματήσει μια και καλή το αλισβερίσι της εξουσίας; Για να κοπούν οι αδρές χρηματοδοτήσεις της Ελλαδικής πολιτείας προς τους καλοζωισμένους φαναριώτες και οι υποδοχές με τιμές αρχηγού κράτους, να δούμε με ποια κότσια θα συνεχίσουν να προβάλλουν απαιτήσεις για κυριαρχία επί του μισου ελληνικού κράτους.
Πάντως, σε ότι αφορά τον Ιερώνυμο φαίνεται ότι είναι άνθρωπος που δείχνει την ευγνωμοσύνη του εκεί που πρέπει. Οι πρώτες του επισκέψεις μετά την εκλογή του δεν ήταν σε ενορίες της αρχιεπισκοπής Αθηνών, την οποία προφανώς σνομπάρει, αλλά: 1. στον Ιωαννίνων Θεόκλητο για τη γιορτούλα του, 2. στον λασποκουβαλητή του και αρχισυκοφάντη Μεσσηνίας Χρυσόστομο, όπου έσπασε και το πόδι του, 3. στο μεγάλο αφεντικό του, τον Σουλτάνο της Ισταμπούλ.
Τώρα χρωστάει ακόμα μια βίζιτα στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, μία στο Μέγκα και μία στον Τεγόπουλο, και μια τελευταία για τον ΣΥΡΙΖΑ, (στα κρυφά αυτή, γιατί θα σοκαριστούν οι θρήσκες θείτσες που δεν έχουν καταλάβει ακόμα τί είδους αρχιεπίσκοπο στραβώθηκαν οι μητροπολίτες μας και ψήφισαν).
Γιατί είναι ολοφάνερο πλέον ότι οι φανατικότεροι υποστηριχτές τόσο του Πατριαρχείου όσο και του Ιερώνυμου είναι οι…πολέμιοι της Εκκλησίας. Μήπως οι Ιερωνυμικοί και πατριαρχολάγνοι στην πραγματικότητα αισθάνονται άβολα με το ιδεολογικό ποιόν αυτών που είναι οι φανατικοί υποστηριχτές του διδύμου; Αυτοί όμως είναι που τους στηρίζουν, πώς να το κάνουμε; Είναι εξώφθαλμο. Και φυσικά δεν τους στηρίζουν λόγω αγάπης στην Ορθόδοξη πνευματικότητα.
@ Γ.Μ.
” Τα περί “τουρκικότητας” του Πατριάρχη είναι μια υφέρπουσα συκοφαντία γενικότερα κατά του Πατριάρχη και, αν δεν ειπώθηκαν από σένα (που χαίρομαι που όντως δεν ειπώθηκαν), πάντως ειπώθηκαν από τον Πατριώτη και κατά κόρον από το σύνολο σχεδόν των υποστηρικτών Χριστόδουλου.”
Διάβασε και τούτα και βγάλε τα συμπεράσματά σου. Είναι δυνατόν ποτέ μητροπόλεις ελευθέρου κράτους να υπάγονται σε υπόδουλο πατριαρχείο; Ποιος ελευθέρωσε τις Ν.Χ., … ο Βαρθολομαίος; Ποτέ δεν μπόρεσα να κατλάβω γιατί ο Ε. Βενιζέλος άφησε να ισχύει στην Κρήτη μετα την ένωσή της με την Ελλάδα (1-12-1913) το εκκλησιαστικό καθετώς της Κρητικής Πολιτείας. Μπορεί να υπάρχει το εκκλησιαστικό καθεστώς, το οποίο όμως δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην σημερινή πραγματικότητα, όπως και να το κάνουμε.
Διάβασε και το άρθρο αυτό του Καρκαγιάννη στην “Καθημερινή” 08-06-08.
Γι αυτό πρότεινα να φύγει το πατριαρχείο από την Τουρκία, διότι δεν μπορεί να λειτουργήσει υπό καθεστώς ομηρίας.
Ο Βενιζέλος στα εκκλησιαστικά είχε ολέθριο ρόλο, ο οποίος δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί. Πάντως απέναντι στο Πατριαρχείο στόχος του υπήρξε πάντα να στηρίξει τους φίλους του ελευθεροτέκτονες Μελέτιο Μεταξάκη και Βασίλειο Γεωργιάδη. Ελπίζω να συνάγονται κάποιες απαντήσεις για όσους δεν θέλουν να εθελοτυφλούν..
Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό που λες. Πάντως ο Μελέτιος Μεταξάκης εξελέγη οικουμενικός πατριάρχης την 25η Νοεμβρίου 1921, άρα σχεδόν 8 χρόνια μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ήταν όντως ελευθεροτέκτων, όπως και ο μακαριστός Αθηναγόρας Α’.
Δεν ανέφερα τον Μεταξάκη και τον Γεωργιάδη (ο οποίος ηρρήστω εν παρόδω ήταν πατριάρχης όταν έγινε και η περίφημη πράξη του 28) συγκεκριμένα αναφορικά με την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και το εκεί αποκρυσταλλωθέν εκκλησιαστικό καθεστώς. Γενικά αναφέρθηκα στις -ιστορικά τεκμηριωμένες- σχέσεις του Βενιζέλου με το Πατριαρχείο και τα στελέχη του. Ο Μεταξάκης ήταν μορφή μοιραία για την εκκλησία από όλα τα πόστα που περασε -πάντα ως εκκλησιαστικός εκλεκτός του καθεστώτος Βενιζέλου. Φιλόδοξος, εμπαθής και αδίστακτος. Δεν είναι τυχαία διαρκές σημείο αναφοράς -όπως και ο Αθηναγόρας- για τον Βαρθολομαίο. Και φυσικά τέκτων (όπως και ο Γεωργιάδης -βλ.και ιστοσελίδα των ελευθεροτεκτόνων-, και πλείστοι μητροπολίτες του ‘οικουμενικού θρόνου’..) Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω
” Ο Μεταξάκης ήταν μορφή μοιραία για την εκκλησία από όλα τα πόστα που περασε -πάντα ως εκκλησιαστικός εκλεκτός του καθεστώτος Βενιζέλου.”
Ίσως να έχεις μελετήσει περισσότερο την πραγματικά μυθιστορηματική ζωή του και να έχεις βγάλει αυτό το συμπέρασμα. Εγώ νομίζω ότι υπήρξε μεγάλη μορφή για την εκκλησία κι έκανε πάρα πολλά γι αυτήν. Στ κάτω-κάτω της γραφής, είχε το θάρρος να αντιταχθεί στον Σουλτάνο και να παραιτηθεί από Οικ. Πατριάρχης. Ήταν άνθρωπος με πολύ ισχυρή προσωπικότητα και σίγουρα κατέλειπε πλούσιο έργο.
Το γεγονός ότι ήταν ελευθεροτέκτων δεν πρέπει να σε ξενίζει, διότι ο τεκτονισμός είναι πολύ διαδεδομένος στην Εκκλησία της Κρήτης. Η Εκκλησία της Ελλάδος τον διώκει.
Τα παρακάτω απευθύνονται στον Γιώργο:
Η παραχώρηση το 1928 δεν έγινε επειδή διέβλεπαν αυτό που θα συνέβαινε το 55 και το 64 και οδήγησε στο σήμερα. Τότε βρισκόμασταν σε περιόδους “φιλίας”. Ισα ισα, που μόλις πριν λίγα χρονια είχαμε ζητήσει να μείνουν 150,000 Κων/πολίτες στην Πόλη, ακριβώς για να στηρίζουν το Πατριαρχείο και για να έχει ποίμνιο. Διότι είναι σωστό αυτό που λέει ο νέος χρήστης ότι μια ομάδα τιτουλαρίων επισκόπων, χωρίς ποίμνιο, δεν έχει πουθενά έρεισμα. Εκκλησία δεν είναι υψηλή θεολογία και συναναστροφές με επιχειρηματίες και χορηγούς, αλλα το Ευχαριστιακό Σώμα.
Η παραχώρηση έγινε, όπως έλεγε το άρθρο του Γερμανού (όσο το θυμάμαι), επειδή φάνηκε τότε να σταθεροποιείται το Ελλαδικό κράτος και να συγκροτείται με σαφή σύνορα που δεν επρόκειτο ούτε να αμφισβητηθούν, ούτε να επιχειρηθεί να επεκταθούν. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν έγινε νωρίτερα (1850-1928): επειδή η ορμή της Επανάστασης δεν είχε εξαντληθεί, υπήρχε το όραμα της Μεγάλης Ελλάδα, και ο Ελληνισμός παρέμενε εν πολλοίς υπόδουλος. Μετά το 1923 όμως (και όσα προηγήθηκαν στις απελευθερώσεις εδαφών), η Ελλάδα διαμορφώθηκε όπως διαμορφώθηκε ως “τελική λύση” (με την εξαίρεση ασφαλώς των Δωδεκανήσων), αποδεκτή από όλους τους γείτονες . Οποτε, το Πατριαρχείο παραχώρησε τις Νέες Χώρες ώστε να “συμβαδίζουν” τα εδάφη της με αυτά της Εκκλησίας της Ελλάδος, και δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο εγκαινιάστηκε ο τίτλος “και πάσης Ελλάδος”.
Σημείωση: τον τίτλο αυτόν ο Πατριάρχης τις προάλλες τον αρνήθηκε προσφωνώντας τον Ιερώνυμο ως “Μητροπολίτη του άστεως των Αθηνών”! Εξ ου -πιστεύω- και ο τίτλος του άρθρου του “Παρόντος”.
Περί Χριστόδουλου: λυπάμαι που έχουμε διαφορετική γνώμη. Ελπίζω πως κάποτε θα δεις τα πράγματα διαφορετικά. Τη “ζημιά” που λες ότι έκανε και την “αρνητική χροιά” που βρίσκεις, δεν τη δέχομαι με τίποτα. H συνύφανση με την Εκκλησία προ Χριστόδουλου (πέραν των τυπικών και εκ παραδόσεως ελαχίστων εκκλησιασμών, κυρίως τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα 8εοφάνεια και το Δεκαπενταύγουστο) αποδίδονταν σε γενικές γραμμές από τον πολύ κόσμο σε αρτηριοσκληρωτικές παρα-θρησκευτικές (”προτεσταντιζουσες”, όπως έχει καταδείξει ο Γιανναράς) οργανώσεις. [Xωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν απόλυτα σωστό, για να μην παρεξηγούμαστε]. Ο Χριστόδουλος από την ημερα 1 της ενθρόνισης του, μέχρι την εκδημία του, άλλαξε άρδην αυτήν την εικόνα. Πάρα πολυς κόσμος πλησίασε την Εκκλησία λόγω του Χριστόδουλου, και όχι με τον τρόπο που περιέγραψες. Και έδωσα το προσωπικό παράδειγμα για να σταματήσει εδώ αυτή η συζήτηση.
Ιδού και η πρόκληση: δες το απόσπασμα του ενθρονιστήριου λόγου του στο αφιέρωμα, και ειδικότερα το κομμάτι με τη συγγνώμη προς τους νέους, και πες μου αν υποκρίνεται ή αν είναι ειλικρινής.
Για τα υπόλοιπα: περιμένω ειλικρινά να βρείς τα στοιχεία για το πότε άλλοτε έγινε επίσημη έγκριση λίστας με προσθαφαίρεση υποψηφίων από τον Πατριάρχη. Γιατί η εντύπωση μου είναι ότι δεν έγινε ποτέ, [ίσως σφάλλω βέβαια], όχι επειδή απλώς “ατόνησε”, αλλα επειδή ήταν “συμφωνημένο υπονοούμενο” εξ αρχής ότι αυτό το δικαίωμα μπήκε για τον τύπο, και μόνο για να κρατηθεί το πρόσχημα (υπέρ του Πατριαρχείου) της ουσίας της παραχώρησης που ήταν η ενίσχυση της Αυτοκεφαλίας. Aλλο η “ατονία” κάποιου υπαρκτού φαινομένου, και άλλο η ανυπαρξία του από την πρώτη στιγμή.
Τέλος, βλέπω ότι δέχεσαι τελικά πως ο Πατριάρχης ζητάει σήμερα περισσότερα από όσα έχει, και άρα καταλαβαίνουμε όλοι αν είναι “αμυνόμενος ή επιτιθέμενος” με τον δικό σου ορισμό που έδωσες πιο πάνω. Απλά εσύ συμφωνείς ότι πρέπει να πάρει αυτά τα επιπλέον που ζητάει, και είναι ασφαλώς σεβαστή η άποψη σου. Δεν αλλάζει όμως την ουσία.
@ Ανδρέα:
«Σημείωση: τον τίτλο αυτόν ο Πατριάρχης τις προάλλες τον αρνήθηκε προσφωνώντας τον Ιερώνυμο ως “Μητροπολίτη του άστεως των Αθηνών”!»
Πότε έγινε αυτό; Πρώτη φορά τ’ ακούω. Και δεν αντέδρασε ο Ιερώνυμος;
«με την εξαίρεση ασφαλώς των Δωδεκανήσων»
και της Κύπρου, Ανδρέα, μην το λησμονείς αυτό.
@ Γιώργο:
«Αλλά είναι τόσο, μα τόσο αυτονόητο για μένα ότι ο Χριστόδουλος έκανε κυρίως ζημιά ή μόνο ζημιά σε Εκκλησία και Ελλάδα»
Τι ζημιά έκανε στην Ελλάδα; Αν αυτό δεν λέγεται εμπάθεια, τότε πώς; Δεν ρωτώ για την Εκκλησία, διότι εκεί είναι όπως το βλέπει κανείς. Αλλά στην Ελλάδα ζημιά; Ε όχι, βρε Γιώργο!!
http://www.greeknewsonline.com
…Καλωσορίζοντας τον Αρχιεπίσκοπο, ο Πατριάρχης μίλησε με ιδιαίτερα ζεστά λόγια κάνοντας λόγο για «…έξοχα διοικητικά χαρίσματα, προσφάτως εκτιμηθέντα υπό της εν Ελλάδι σεπτής Ιεραρχίας δια την ανάδειξιν και κατάστασιν Υμών εις τον μητροπολιτικόν θρόνον του περιωνύμου Άστεως των Αθηνών».
Όπως ήταν αναμενόμενο η χρήση της λέξεως «μητροπολιτικού» προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια σε αρκετούς Μητροπολίτες που δηλώνουν πως ο έμμεσος πλην σαφής χαρακτηρισμός του Αρχιεπισκόπου ως «Μητροπολίτη» Αθηνών είναι πρόκληση.
Εκεί πάντως που συγκεντρώνονται τα περισσότερα «πυρά» των σκεπτικιστών εντός της Ιεραρχίας είναι στην αντιφώνηση του Αρχιεπισκόπου. Ο κ. Ιερώνυμος έτεινε χείρα φιλίας και συνεργασίας προς το Πατριαρχείο κάνοντας λόγο για νέο κεφάλαιο στη συνεργασία των δύο Εκκλησιών.
Κατά κοινή ομολογία η αντιφώνηση του Αρχιεπισκόπου επανέφερε τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών στο ειρηνικό επίπεδο που θα έπρεπε να βρίσκομαι όμως κάποιες αναφορές και κάποιες μη αναφορές του, ήδη συζητούνται έντονα.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκίνησε την αντιφώνηση του, χρησιμοποιώντας τη φράση «Παναγιώτατε Δέσποτα» μια φράση που χρησιμοποιείται κατά βάση από τους Ιεράρχες του θρόνου και σπάνια έως καθόλου από τους Αρχηγούς των Εκκλησιών. Πουθενά δεν χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Αδερφή Εκκλησία» ούτε και η λέξη «Αυτοκέφαλος».
Σύμφωνα με το RNN.gr, Μητροπολίτες που στήριξαν αλλά και άλλοι που δεν ψήφισαν τον κ. Ιερώνυμο, δεν κρύβουν τον σκεπτικισμό τους για τα όσα συνέβησαν την πρώτη ημέρα της επίσκεψης του στο Φανάρι σημειώνοντας με νόημα πως θα αναμένουν την επιστροφή του και τα όσα θα επακολουθήσουν μέχρι και την Δευτέρα που θα παραμείνει στην Πόλη.
…
Πολύ χοντρό αυτό, πάρα πολύ χοντρό! Και δεν το είχα ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει πουθενά. Απορώ πώς το απέκρυψαν και το άφησαν να περάσει απαρατήρητο. Πιστεύω ότι θα δημιουργήσει τριβές στους κόλπους της ΔΙΣ, αλλά και ανάμεσα στους πιστούς που ασχολούνται με τα εκκλησιαστικά και το γνωρίζουν. Εδώ μιλάμε για πλήρη υποταγή πια, κάτι για το οποίο δεν νομίζω να είναι σύμφωνοι οι Ελλαδίτες ιεράρχες.
Η στάση Ιερωνύμου προκαλεί πολλά ερωτηματικά.
Ο επιβατήριος λόγος του Χριστόδουλου ήταν -κατά Γιανναρά, όσο κ’αν κάνει εντύπωση αυτό- το καλύτερο δημόσιο κείμενο στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν ήταν μόνο η πρόσκληση στους νέους. Όλο το όραμα για Εκκλησία και αίσθηση ιερότητας του γένους που παρέθεσε. Φοβερό
Για δε τον Μεταξάκη, μου αρκούν οι φεφτάδες που έβγαζε εναντίον της λατρείας συγκεκριμένων αγίων(!!), ο υποδόριος ρόλος του στην εισαγωγή του νέου ημερολογίου –με τον τρόπο που έγινε- απ’όπου και αν πέρασε, και –sorry που δεν μου αρκεί η δικαιολογία της καταγωγής του αλλά είναι τελείως ασύμβατο με την εικόνα που έχω για το πώς πρέπει να είναι οι ιεράρχες- η ιδιότητα του ως τέκτονα. Η οποία δεν είναι ίδιον -μόνο- των Κρητών ιεραρχών, αλλά πλέον παράδοση των Φαναριωτών ιεραρχών.
Ἐγράφη:
«Η δικαιοδοσία της Ελλαδικής Εκκλησίας είναι ΜΟΝΟΝ Πελοπόννησος, Στερεά, Επτάνησα, Θεσσαλία και Κυκλάδες. Τελεία! Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη και Ανατολικό Αιγαίο (μαζί, βέβαια, με Κρήτη και Δωδέκάνησα) είναι δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Έδαφος του Πατριαρχείου. Τελεία!»
Εἶναι προφανές, ὅμως, τὸ προβληματικὸν τοῦ ἰσχύοντος σήμερα καὶ περιγραφομένου ἀνωτέρῳ καθεστῶτος. Θὰ μποροῦσε, δηλαδή, νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι κακῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος. Θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ἀντιθέτως ὅτι κακῶς οἱ «Νέες Χῶρες» ἀνήκουν στὸ Πατριαρχεῖο. Τὸ μισό-μισό, ὅμως, εἶναι προβληματικὸ εἴτε εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ αὐτοκεφάλου εἴτε ἐναντίον. Ἢ στραβὸς εἶναι ὁ γυαλὸς ἢ στραβὰ ἀρμενίζουμε, πάντως τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο στραβὸ εἶναι. Τὸ σημερινὸ περίεργο καθεστὼς συνιστᾷ ἐπιπλέον μιὰ διάκρισι μεταξὺ «Παλαιῶν» καὶ «Νέων Χωρῶν» τῆς Ἑλλάδος, διάκρισι χωρὶς ἱστορικὴ καὶ πολιτειακὴ βάσι, ἐφ᾿ ὅσον ὅλες οἱ περιοχὲς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξ ἴσου ἐλεύθερες καὶ ἑλληνικὲς καὶ ὅλοι οἱ πολίτες ἔξ ἴσου ἐλεύθεροι Ἕλληνες πολίτες. Τὸ νὰ ἐμφανίζεται -τρόπόν τινα- ἡ Βόρειος Ἑλλὰς ὡς ἁπλῶς αὐτόνομη, ἐπαρχία ὅπου οἱ θεσμοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἔχουν μειωμένη κυριαρχία, εἶναι τουλάχιστον προβληματικόν. (Καὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐξετάζω κἂν ἐδῶ ἐὰν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πρέπει νὰ συμβαδίζουν μὲ τὰ ἐθνικά· τὸ πρόβλημα κατ᾿ ἀρχὴν εἶναι ὅτι γιὰ ἄλλους (Ἕλληνες τῶν «Παλαιῶν Χωρῶν») αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ ἄλλους (Ἕλληνες τῶν «Νέων Χωρῶν») ὄχι.) Ἐπίσης προσβλητικὸ γιὰ τὸν Ἕλληνα πολίτη εἶναι τὸ νὰ ὑποβιβάζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ μάλιστα σὲ σχέσι μὲ τὶς ἄλλες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες καὶ πατριαρχεῖα, ὡσὰν οἱ Ἕλληνες πολίτες νὰ εἶναι κατωτέρας μοίρας ἀπὸ τοὺς Βούλγαρους ἢ τοὺς Ρουμάνους.
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρέπει νὰ τὸ ὑπερασπιζόμεθα, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ νὰ «κονταίνουμε» καὶ νὰ «ψαλιδίζουμε» τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
‘Εν τούτοις εἶμαι ἀντίθετος στὴν μεταφορὰ τοῦ Πατριαρχείου (ἂν καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον· εἶχε μεταφερθεῖ στὴν Νίκαια ἐπὶ Φραγκοκρατίας). Εἶχα γράψει σὲ ἄλλο φόρουμ τὰ ἐξῆς:
«Έχω σοβαρές αντιρρήσεις στην πρότασι φυγής του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολι και με έκπληξη είχα διαβάσει αυτήν την πρόταση και σε επιφυλλίδα του Γιανναρά την εποχή της συγκρούσεως του Πατριάρχου με τον μακαριστό Χριστόδουλο. (Μάλλον πυροτέχνημα ήταν από πλευράς Γιανναρά, μια και δεν είδα ποτέ άλλοτε τον ίδιον να διατυπώνει αυτήν την άποψι, και -το κυριότερο- αντιφάσκει θεωρώ με αυτήν τούτην την κεντρική άποψι του ανδρός για την οικουμενική ακτινοβολία του Πατριαρχείου και της εκτός «επαρχιωτικού ελλαδέξ» Ρωμηοσύνης).
Αν και ιδέα της μεταφοράς του Πατριαρχείου υποστηρίζεται από αρκετούς στον πατριωτικό χώρο, προσωπικώς δεν συμφωνώ. Τους περιορισμούς του υποδούλου Πατριαρχείου από το τουρκικό κράτος τους αναγνωρίζουμε όλοι βεβαίως. Ακόμη έχουμε και αντιρρήσεις με πλευρές της πολιτικής αυτού τούτου του Φαναρίου. Αλλά, την ιδέα της μεταφοράς του Πατριαρχείου τήν απορρίπτω. Ο λόγος δεν είναι μόνον ο φόβος το Πατριαρχείο από οικουμενικό να γίνει ελλαδικό – περιορισμένο στα όρια του κράτους. Η ένστασίς μου είναι ότι ως Έλληνες δεν έχουμε κανέναν λόγο να εγκαταλείψουμε τους ιστορικούς κληρονομικούς μας τίτλους στην Βασιλεύουσα πόλι. Το Πατριαρχείο είναι ό,τι έχει απομείνει από τον Ελληνισμό της Πόλεως, ό,τι σημερινό στην Πόλι μάς ανήκει. Γιατί να λιποτακτήσουμε; Ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει πει: Πώς να φύγουμε; Και να θέλαμε, δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας τα οστά τόσων και τόσων γενεών των προγόνων μας. Στις λειτουργίες μας κάθε Κυριακή μετέχουν χιλιάδες αναρίθμητες, οι λίγοι ζωντανοί και οι αμέτρητες ψυχές των προγόνων μας. Πώς να τούς εγκαταλείψουμε; (Αυτά, όπως τά θυμούμαι, ήταν τα λόγια του Πατριάρχου.)
Λοιπόν, όχι, δεν εγκαταλείπω τα δικαιώματά μου στην Κωνσταντινούπολι. Δεν παραδίδω την Πόλι στους τούρκους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ελληνικό κράτος και η Ελληνική εκκλησία πρέπει να υποτάσσονται στην πολιτική του Φαναρίου. Γι’ αυτό άλλωστε η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αδιαπραγμάτευτη (και, παρά τα λεγόμενα περί σχίσματος, το ότι οι επικράτειες των κατά τόπους εκκλησιών πρέπει να είναι αντιστοιχούν με τις πολιτικές συνθήκες έχει επιβληθεί προ αιώνων από τους ιερούς κανόνες). Αντιθέτως, αντί να υποτάσσεται η Ελληνική εξωτερική πολιτική στις πιέσεις της τουρκίας, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Η τουρκία να είναι υπόδικη παντού και να πιέζεται παντοιοτρόπως να επιτρέψει πλήρη ανεξαρτησία (όχι απλώς την… Χάλκη και ένα ορφανοτροφείο, αλλά να αποδώσει στο Πατριαρχείο καθεστώς ανεξαρτήτου διεθνούς οργανισμού όπως ο ΟΗΕ π.χ., με πλήρη ανεξαρτησία από το τουρκικό κράτος). Αλλά για τον ραγιαδισμό της ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής δεν ευθύνεται ο Πατριάρχης. Για να μην πω ότι και αυτός ακόμη πιο σκληρός είναι με τους τούρκους από το ελλαδικό πολιτικό κατεστημένο.
Εκείνη η πρότασις Γιανναρά, βεβαίως, με δεδομένη την θεμελιώδη αντίθεσι του ανδρός στον ελλαδισμό (και το τονίζω, διότι, κάποιος άλλος θα ήταν εύλογο να κάνει μια τέτοια πρότασι, αλλά ο Γιανναράς να προτείνει να εγκατασταθεί (και να περιοριστεί; ) το Πατριαρχείο στο «ελλαδικό κρατίδιο», αυτό είναι που κάνει εντύπωσι), αποδεικνύει πόσο δίκιο είχε από πολιτικής πλευράς ο μακαριστός Χριστόδουλος. (Πράγματι, η διάκρισις π.χ. Παλαιών και Νέων Χωρών συνιστά ανωμαλία.) Εν τούτοις, παρά το πύρινο του χαρακτήρος του και παρά το δίκιο που είχε από πολιτικής πλευράς, δεν εδίστασε τελικώς να υποχωρήσει και να ταπεινώσει χριτσιανικώς το άτομό του, χάριν υπερτέρου καλού (την προστασία της Μητέρας Εκκλησίας καιτην αποφυγή εμφυλίας διαμάχης). Και ήταν η δεύτερη τουλάχιστον φορά που ο μακαριστός Χριστόδουλος έδειξε ότι παρά την μαχητικότητα του ξέρει να αναγνωρίζει τα λάθη του και να υποχωρεί. Μία άλλη περίπτωσις (λεπτομέρεια ίσως, συγκριτικώς, αλλά όχι ασήμαντη) ήταν όταν ανεκάλεσε την απόφασί του να αναγιγνώσκονται τα ευαγγέλια και στην δημοτική.»
# pombaleon 12 Jun 2008 at 11:26 am
«Η προσπάθεια που γίνεται από ορισμένους “πατριαρχολάγνους”, είτε ιδιοτελείς είτε ιδεοληπτικούς, να αναχθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την πρώτη τη τάξη (απλά και μόνο) Εκκλησία σε μία “Υπερ-Εκκλησία” είναι ΠΕΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΑ ΕΚΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ.»
Ἄς σημειώσουμε δὲ ὅτι, ὅπως τὸ ἔχει συνοψίσει ὁ πρώην πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Χρῆστος Σαρτζετάκης (χωρὶς νὰ συμφωνῶ κατ᾿ ἀνάγκην μὲ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα τοῦ ἄρθρου):
«Ἀλλὰ καὶ τὸ σπουδαιότερον: γίνεται ἐπίκλησις τῆς ἀνάγκης ἐφαρμογῆς τῶν ἐν τῇ Πράξει τοῦ 1928 ὁριζομένων ὡς κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀποσιωπᾶται ἄλλος ἐκκλησιαστικὸς κανών, ὑπερτέρας μάλιστα αὐθεντίας, αὐτὸς τοῦ Μεγάλου Πατριάρχου Φωτίου, εἰς τὴν κατὰ τὸ ἔτος 861, ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἀναρρήσεώς του, ἀπάντησίν του πρὸς τὸν Πάπαν τῆς Ρώμης Νικόλαον Α’, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ μάλιστά γε τὰ περὶ τῶν ἐνοριῶν δίκαια ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις καὶ διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι εἴωθεν», ὅτι δηλαδὴ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμμεταβάλλονται μὲ τὰς ἐδαφικὰς μεταβολὰς τῶν κρατῶν. Πρᾶγμα, ἄλλωστε, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπετέλεσε τὴν ἐπὶ αἰῶνας κρατήσασαν ἐκκλησιαστικὴν πρακτικήν. Ἔτσι καὶ ὑπήχθη χάρις εἰς τὴν Εἰκονομαχίαν τὸ «Ἰλλυρικόν», δηλαδὴ ἡ Βαλκανικὴ χερσόνησος, εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῷ προηγουμένως ἀνῆκεν εἰς τὴν Παπικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρώμης, καὶ ἀνέκυψαν καὶ αἱ κατὰ κράτη αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι καὶ ἔχομεν αὐτοδιοικούμενα τὰ Πατριαρχεῖα Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Ἰβηρίας (Γεωργίας), Βουλγαρίας καὶ τὰς Ἀρχιεπισκοπὰς Κύπρου (αὐτοκέφαλον ἤδη διὰ τοῦ Η’ κανόνος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 431, ἤτοι κατὰ 1500 καὶ πλέον χρόνια πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Κυπριακοῦ κράτους !), Ἑλλάδος, Πολωνίας καὶ Ἀλβανίας.»
Κύριε Μπουρλά, συμφωνώ γενικά με όσα γράφετε, εκτός από ένα σημείο:
Ο ρόλος της Εκκλησίας δεν είναι να ‘φυλάει οστά’, αλλά να ποιμαίνει ζώντες αμαρτωλούς. Αυτό είναι το εκκλησιαστικό γεγονός. Αν υποβιβάσουμε τον ρόλο της σε φύλακα τεθνεόντων, τότε αλλοτριώνεται και μεταβάλλεται σε ένδυμα εθνικισμού, -δηλαδή ουσιαστικά συντελείται θεολογική εκκοσμίκευση άκρατη. Πέραν αυτού, η συνάντηση με τους κεκοιμημένους που λαμβάνει χώρα με τη μνημόνευσή τους στην λειτουργία μας, λαμβάνει εξίσου χώρα ασχέτως γεωγραφίας. Δεν σημαίνει αν έφευγε το Πατριαρχείο από εκεί ότι θα ‘εκατέλειπε’ τις ‘χιλλιάδες αναρίθμητες ψυχές’ των συλειτουργούντων, που λέει ο Βαρθολομαίος. Αυτά είναι συγκινησιασμοί ευτελέστατοι, και προφάσεις εν -πολλαις- αμαρτίαις.
Και κάτι ακόμα για τον Πατριάρχη που φλέγεται από την αίσθηση καθήκοντος απέναντι στον Ελληνισμό της Πόλεως. Μία Ελπίδα Φραγκοπούλου τη θυμάστε; Από τους τελευταίους που όντως αγωνίζονται για τα δικαιώματα των Ελλήνων που έχουν απομείνει στην Πόλη, με όλα τα μέσα. Ε λοιπόν, η ίδια έχει δηλώσει στις συνεντεύξεις της στα ελληνικά ΜΜΕ -δυστυχώς δεν έχω αυτή τη στιγμή το reference- με περισσό παράπονο ότι στην προσπάθεια που η ίδια πρωταγωνίστησε, το Πατριαρχείο δεν ηταν και δεν φάνηκε ΠΟΥΘΕΝΑ. Συνεπώς ας σταματήσει ο κύριος Βαρθολομαίος τα κροκοδίλεια για τον Ελληνισμό της πόλης. Πριν νοιαστείς για τους πεθαμένους πρέπει να νοιαστείς για τους ζώντες, και τους ζώντες τους έχει γραμμένους εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Μια χαρά τα περνάει με το τουρκικό κράτος, τις βίλες στον Βόσπορο που του αγοράζουν ελληνοαμερικάνοι ομογενείς, και την προστασία που του παρέχει όλο το σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα επειδή και καλά -ακριβώς επειδή παραμένει στην Πόλη χωρίς ποίμνιο- “φυλάει Θερμοπύλες”.
Συγγνώμη που δεν παρακολούθησα τη συζήτηση για μερικές μέρες, αυτή τη στιγμή δεν προλαβαίνω να διαβάσω όλα όσα ειπώθηκαν, αλλά θα ήθελα να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα προς τον Ανδρέα.
- Το ότι διεγράφησαν οι επτά Αγιορείτες από τον Πατριάρχη το γνωρίζω διότι γνωρίζω προσωπικά έναν εκ των επτά. Στοιχεία άλλα δεν έχω, αλλά το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Ήμουν μπροστά και σε τηλεφωνικές συνομιλίες του συγκεκριμένου Αγιορείτη με Γέροντες του Αγίου Όρους όπου σχολίαζαν την ενέργεια του Νικολάου να αλλάξει μονή και διαβεβαίωνε ο δικός μου γνωστός ότι δεν θα πράξει το ίδιο. Ίσως στην Ελλάδα δεν δόθηκε η πρέπουσα δημοσιότητα με δεδομένο ότι η εκκλησιαστική ενημέρωση ελεγχόταν πλήρως από το Χριστόδουλο (όρα αποπομπή του “Σεραφειμικού” Γρ. Καλοκαιρινού από την Καθημερινή).
- Το ότι ο Πατριάρχης ζητάει “περισσότερα” είναι δική σου ερμηνεία. Ο Πατριάρχης ζητάει τήρηση της Πράξης από το ελληνικό κράτος, το οποίο την παραβιάζει με τον ΚΧΕ. Πού είναι τα “περισσότερα”; Σου λέει, “εγώ σου έδωσα τις Νέες Χώρες με αυτούς τους όρους, εσύ γιατί παίρνεις περισσότερα”; Το ελληνικό κράτος είναι που πήρε περισσότερα από όσα δικαιούνταν με τον ΚΧΕ. Και το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις αποφάσεις της Ολομελείας αριθ. 409 και 410/2008 που ανέφερα παραπάνω, ρητώς και ομοφώνως το επιβεβαιώνει ότι πράγματι συνέβη αυτό, ότι δηλαδή υπάρχει διάσταση μεταξύ της Πράξης και του ΚΧΕ. Ο Πατριάρχης ζητάει τήρηση της Πράξεως και ΜΟΝΟΝ. Μου κάνει εντύπωση η συνεχής διαστρέβλωση της πραγματικότητας από τους υποστηρικτές Χριστόδουλου. Δεν σου το καταλογίζω προσωπικά, διότι είναι το γενικότερο κλίμα που έχει επιβάλει η πλευρά Χριστόδουλου (”ό,τι κάνει ο Μακαριώτατος είναι σωστό”) και τα βλέπετε με παραμορφωτικό φακό.
- “Μητροπολίτης Αθηνών” είναι ο επίσημος τίτλος του Αθηνών στον Τόμο του 1850. Το “Αρχιεπίσκοπος” καθώς και το “πάσης Ελλάδος” δεν προβλέπονται. Δεν είναι συνεπώς κακό που τον αποκαλεί ο Πατριάρχης Μητροπολίτη. Σου λέει, αυτόν τον τίτλο σου ανεγνώρισα και όχι άλλον. Και τα άλλα είναι “περισσότερα” που πήραν οι έως σήμερα Αρχιεπίσκοποι από μόνοι τους, χωρίς να τους τα δώσει κανείς.
- Δεν είναι έτσι τα πράγματα με τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Καθόλου έτσι. Καταρχάς, το 1928 τα πράγματα δεν ήταν καθόλου σε τροχιά “φιλίας”. Αυτό έγινε μόλις το 1930 με το Βενιζέλο, και μάλιστα αιφνιδιαστικά, ο οποίος για να “εξαγοράσει” τη “φιλία” των Τούρκων ξεπούλησε τα δικαιώματα των προσφύγων στις περιουσίες τους – γι’ αυτό και καταψηφίστηκε μαζικά το 1932. Το 1928 καμία φιλία ή “φιλία” δεν υπήρχε. Αντιθέτως, και πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή, ο μετέπειτα εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Σμύρνης, που διέβλεπε ότι, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ο χριστιανικός πληθυσμός θα εντασσόταν στο ελληνικό κράτος (δηλαδή, είτε μέσω εδαφικής επέκτασης, πραγματοποιηθείσας ή μελλοντικής, είτε μέσω εθνοκάθαρσης εκ μέρους των Τούρκων), καλούσε το Πατριαρχείο να μην εντάξει τις Νέες Χώρες στην ελλαδική Εκκλησία. Ο λόγος ήταν ακριβώς η διαβλεπόμενη έλλειψη ποιμνίου της Μητρός Εκκλησίας και η ανησυχία σχετικά με το καθεστώς της Κωνσταντινουπόλεως. Να σου θυμίσω, επίσης, Ανδρέα, ότι πάνω από 100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και περιορίστηκε έτσι ο αριθμός των εκεί Ελλήνων στις 150.000 ψυχές. Πώς λοιπόν δεν το διέβλεπε κανείς από τότε αυτό που μπορεί να συνέβαινε, όταν ήδη έφευγαν οι Έλληνες από την Πόλη το 1922-23; Και επειδή δηλαδή οι πολιτικοί (Βενιζέλος) προωθούσαν πολιτική φιλίας, αυτό σημαίνει ότι τους πίστευαν κιόλας ότι ο Τούρκος έγινε φίλος; Ευκαιρία έψαχναν να ξεκάνουν τους Έλληνες.
Θα ψάξω τις επιστολές Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Πατριάρχη για τις Νέες Χώρες για να δεις ποιο είναι το σκεπτικό του Χρυσοστόμου, το οποίο υιοθετήθηκε τελικά εν μέρει από το Πατριαρχείο το 1928. Έκανα μια πρόχειρη έρευνα στο Google, δεν βρήκα τίποτα, αλλά υπάρχουν και μόλις τις βρω θα τις θέσω υπόψη σου. Όχι βέβαια ότι είναι αναγκαίες για να υποστηριχθούν τα παραπάνω, απλώς επειδή είναι αξιόπιστη η μαρτυρία του είναι χρήσιμες.
Και όσο για τους νέους και τη συγγνώμη, προσωπικά αυτά δεν με συγκινούν. Έργα θέλω και όχι λόγια. Κι ας είχε και δάκρυα. Από την πρώτη στιγμή δεν με συγκίνησε, όταν το είδα και δεν είχα λόγους τότε να μην συμπαθώ το Χριστόδουλο. Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν μου μίλησε αυτή η ενέργεια κι ας ήμουν τότε 24-25 χρονών, δηλαδή νέος. Μου είχε φανεί από τότε επικοινωνιακό πυροτέχνημα, από τα πολλά που εκτόξευσε στη διάρκεια των εννέα ετών ο Χριστόδουλος. Γενικώς, το γλείψιμο στους νέους ανέκαθεν μου την έδινε στα νεύρα, από παιδί όταν ήμουν. Ήταν πάντα ίδιον των πολιτικών φορέων. Καθόλου τυχαίο ότι υιοθέτησε αυτή την τακτική και ο πολιτικάντης Χριστόδουλος. Οι νέοι τη θέλουν την Εκκλησία ούτως ή άλλώς, δεν τη θέλουν λόγω Χριστόδουλου. Ο Χριστόδουλος τους διευκόλυνε, πιστεύω, αρκετούς διότι τους έδιδε μια πιο λάιτ εκδοχή της Εκκλησίας με το άλλοθι ότι είναι “νέοι”. Αλλά αλίμονο εάν είναι αυτό το κριτήριό μας. Πιστεύω ότι ο “επικοινωνιακός” τρόπος που προσέγγιζε τους νέους ο Χριστόδουλος ήταν ένα από τα μεγάλα του λάθη. Περιλαμβανομένου και του αποσπάσματος στον ενθρονιστήριο λόγο.
Για το αν “ζητάει περισσότερα” πράγματα, για να εξηγούμαστε -και να μην παρεξηγούμαστε- έγινε το εξής:
1. Έγραψες αυτό εδώ:
Αν σήμερα ο Βαρθολομαίος ζητάει περισσότερα από όσα ζητούσαν οι παλαιότεροι Πατριάρχες ή ο ίδιος πριν το 2004, αυτό γίνεται λόγω της ευθείας αμφισβήτησης που δέχθηκε η αρμοδιότητα του Πατριαρχείου από το Χριστόδουλο
2. Εγώ είπα το εξής:
Τέλος, βλέπω ότι δέχεσαι τελικά πως ο Πατριάρχης ζητάει σήμερα περισσότερα από όσα έχει
3. Και τώρα μετά από αρκετά μηνύματα άλλων χρηστών που καταλαβαίνω ότι δεν πρόλαβες να τα διαβάσεις όλα, λες το εξής:
Το ότι ο Πατριάρχης ζητάει “περισσότερα” είναι δική σου ερμηνεία
Δεν αρνούμαι ότι είναι (και) δική μου ερμηνεία το ότι ζητάει περισσότερα από όσα έχει, το είπα εξ αρχής. Κι εσύ απάντησες πάλι εξ αρχής τη δικη σου θέση (ότι ζητάει όσα δικαιούται). Όμως είδα σε κάποιο σημείο να το δέχεσαι. Ίσως η παρανόηση να ήταν στο ότι έγραψες ότι ζητούσε περισσότερα από άλλους Πατριάρχες, όμως κι αυτό περισσότερα δεν είναι;
Για τα τελευταία τι να πω; όταν αποδίδεις τον ενθρονιστήριο λόγο σε “επικοινωνιακά” τεχνάσματα, δεν μπορούμε να συζητήσουμε επί κοινής βάσης, τουλάχιστον ως προς τον Χριστόδουλο, γιατί πράγματι σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα θέματα συμφωνούμε.
Ρε συ Ανδρέα, δεν το πιστεύω ότι τα γράφεις εσύ αυτά τα πράγματα! Στο “ζητάει περισσότερα από όσα ζητούσαν άλλοι Πατριάρχες” και στο “ζητάει περισσότερα από όσα έχει” υπάρχει καμία ομοιότητα νοηματική; Η μόνη ομοιότητα είναι η χρήση της λέξης περισσότερα. Αυτό όμως δεν παράγει καμία νοηματική ομοιότητα. Δηλαδή με το ζόρι να το βγάλουμε ότι παραδέχτηκα ότι ζητούσε “περισσότερα”; Ναι, αλλά τι περισσότερα, αχλάδια ή μήλα;;; Στη μια περίπτωση λέω εγώ “ζήτησε πράγματα που δεν ζητούσε παλιότερα” και εσύ λες “ζήτησε πράγματα που δεν είχε”. Ε, πόση σχέση μπορεί να έχει το ένα με το άλλο νοηματικά;;;
Πράγματι, για μένα ο ενθρονιστήριος λόγος ήταν επικοινωνιακός πρώτα απ’ όλα. Όπως και όλα όσα έκανε ο Χριστόδουλος είχαν επικοινωνιακή στόχευση πρωτίστως. Δεν λέω ότι δεν ήταν ωραίο κείμενο ο ενθρονιστήριος λόγος, αλλά μέχρις εκεί. Η βασική μας διαφορά είναι ζήτημα καταλογισμού προθέσεων. Ο Θεός να με συγχωρέσει, δεν καταλογίζω καλές προθέσεις στο μακαριστό Χριστόδουλο στην αρχιεπισκοπική του διαδρομή. Ελπίζω ο Κύριος να του χάρισε τελικά μετάνοια και τον κάλεσε στους εκλεκτούς Του. Όμως η διαδρομή του τα εννιά αυτά χρόνια ήταν διαδρομή πολιτικού και όχι εκκλησιαστικού ανδρός. Αυτό δεν είναι κακό μόνον για την Εκκλησία, είναι και για την Ελλάδα, διότι όταν κάτι κακό συμβαίνει στην Εκκλησία, αυτό αντανακλά και στην Ελλάδα. Ο ενθρονιστήριος λόγος ήταν πολιτικός λόγος ή, έστω, με πολιτική στόχευση. Από αυτή την άποψη ήταν πολύ ωραίο κείμενο, καταπληκτικό κείμενο, αλλά ακατάλληλο για εκκλησιαστικό ηγέτη. Για αυτό για μένα δεν λέει τίποτε το συγκεκριμένο κείμενο. Όπως και η όλη δράση του Χριστόδουλου. Ναι, αν ήταν πολιτικός θα τον ψήφιζα. Όμως δεν ήταν και γι’ αυτό δεν τη δέχομαι ως ορθή την όλη δράση του. Ως εκκλησιαστικό άνδρα, ούτε για πολιτική δεν μου κάνουν οι ενέργειές του.
Πιστεύω ότι αν τα δεις από εκκλησιαστική και όχι εθνική – πολιτική σκοπιά, θα αντιληφθείς τη ζημιά που έκανε ο Χριστόδουλος.
Εγώ ξέρω ότι ζητάει κανείς κάτι που δεν έχει.
Είναι δυνατόν να ζητάει κανείς κάτι που έχει ήδη;
Δεν το καταλαβαίνω.
Επίσης, τα υπονοούμενα για τον Καλοκαιρινό και τον “έλεγχο” των εκκλησιαστικών συντακτών από τον Χριστόδουλο, που αφήνεις, είναι τεράστιες ανακρίβειες. Οι εκκλησιαστικοί συντάκτες (των κεντροδεξιών εφημερίδων συμπεριλαμβανομενων, όρα Απογευματινή κλπ) έκαναν πρώτοι πόλεμο κατά του Χριστοδουλου, και μετά ακολούθησαν οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι.
Όσα περισσότερα γράφεις για τον Χριστόδουλο, τόσο δείχνεις μια ακατανόητη εμπάθεια, λυπάμαι που το λέω. Φαίνεται και από τη φρασεολογία σου.
Αν για μένα υποτίθεται ότι δείχνει εμπάθεια η φρασεολογία μου, σε σένα δυστυχώς το δείχνει η συζητητική τακτική σου.
Δεν μπορώ λοιπόν να δεχθώ ότι ένας ευφυής άνθρωπος όπως εσύ δεν αντιλαμβάνεται το αυτονόητο: Είναι δυνατόν και παραείναι να ζητάει κανείς κάτι που είναι δικό του, αλλά του το έχουν πάρει. Κάτι που είναι δικό του και θέλουν να του το πάρουν. Αυτή είναι η διαφορά, η ουσία, και ο πυρήνας της συκοφάντησης του Πατριαρχείου (όχι του Πατριάρχη), την οποία δυστυχώς αναπαράγεις κι εσύ. Και μάλιστα με τη διαστρέβλωση των όσων λέει ο συνομιλητής σου.
Άσε λοιπόν τη φρασεολογία και δες την ουσία. Κοίτα να αντιληφθείς ότι δεν έχω κανένα συμφέρον με το να “χτυπάω” το Χριστόδουλο και να μιλήσεις με επιχειρήματα χωρίς προσωπικές επιθέσεις σε μένα και στη δήθεν εμπάθειά μου. Το να με κατηγορείς συνεχώς για εμπάθεια, δείχνει ότι δεν έχεις να πεις κάτι άλλο.
1. Ζητάει ή δεν ζητάει σήμερα την ενσωμάτωση της Πράξης στον ΚΧΕ;
Ζητάει ή δεν ζητάει σήμερα σχετικό νόμο του κράτους;
Το ότι τα ζητάει, σημαίνει ότι τα έχει ή ότι δεν τα έχει;
Απλά πράγματα λέμε.
[Στο κάτω κάτω, αυτό οπωσδήποτε δεν είναι η ουσία της συζήτησής μας, το νόημα δηλαδή της φράσης σου "ζητάει περισσότερα από τους προηγούμενους Πατριάρχες". Έστω ότι δεν δέχθηκες ποτέ ότι "ζητάει περισσότερα από όσα έχει", δεκτό. Δεν αλλάζει τίποτα άλλο από όσα είπαμε.]
2. Με κατηγόρησες ανοιχτά για συκοφαντίες του Χριστόδουλου που υιοθέτησα και ουδέποτε συκγκεκριμενοποίησες!
3. Η ουσία, αφού αυτή ζητάς, είναι εκτός του μεμονωμένου περιστατικού του 2004 που έγινε προσθαφαίρεση ονομάτων, ουδέποτε ζητήθηκε καν η λίστα υποψηφίων από κανέναν Πατριάρχη προ του Βαρθολομαίου, ούτε καν από τον ίδιο από 98-04. Αυτό το καθεστώς είναι αυτό που “έχει”. Και από το 2004 και μετά “έχει” και κάτι ακόμη. Λαμβάνει τη λίστα υποψηφίων (χωρίς να έχει κάνει άλλη προσθαφαίρεση έκτοτε βέβαια).
4. Οι χαρακτηρισμοί σου για επικοινωνιακό πυροτέχνημα το άνοιγμα στους νέους στον ενθρονιστήριο λόγο του Χριστόδουλου, αλλά και όλα τα υπόλοιπα που είπες για τον λόγο αυτόν, είναι η μαθηματική απόδειξη της εμπάθειας. Αν ισχυρίζεσαι ότι (ασχέτως του κειμένου), ο άνθρωπος αυτός ήταν υποκριτής σε εκείνη τη στιγμή, το δάκρυ του ήταν ψεύτικο και δεν εννοούσε τίποτα από όσα έλεγε όταν έπαιρνε επάνω του τα λάθη της γενιάς του στους νέους και ζήτησε συγγνώμη, αλλά ήταν μόνο “επικοινωνιακό πυροτέχνημα”, δεν είναι δυνατόν να μην είσαι εμπαθής. Αυτό ούτε ο Βασιλάκης δεν το ισχυρίζεται. Ξαναδές το, μήπως και αλλάξεις γνώμη έστω και τώρα
http://www.youtube.com/watch?v=9w3hWCG9K5s
5. [ούτε θυμάμαι στις συζητήσεις που κάναμε το 2000 για τις ταυτότητες να είχες αυτή τη γνώμη για τον Χριστόδουλο που λες τώρα ότι είχες από την πρώτη ημέρα...]
Για τα 1-4 θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να επανέλθω, διότι δεν έχω να πω τίποτε καινούργιο.
Ως προς το 5, δεν μπορώ να σου πω τώρα για γνώμη είχα για το Χριστόδουλο τότε. Είναι πάντως γεγονός ότι είχε αποσπάσει και την προσωπική μου υποστήριξη (πέρα από τη μη προσωπική υποστήριξη στον αγώνα υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες). Την ιστορία εκείνη των ταυτοτήτων και τον τρόπο που τη χειρίστηκε έκτοτε, ειδικά με την καθυστέρηση να επιδώσει τις υπογραφές “για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση (Σημίτη) στη δύσκολη πολιτική συγκυρία που βρίσκεται” και τη σιωπή μετά την εκλογή της ΝΔ, τη θεωρώ ως μια καλοστημένη απάτη για την προσέλευση οπαδών στο “κόμμα της Εκκλησίας” που βάλθηκε να στήσει. Λυπάμαι πολύ που έπεσα θύμα της, αλλά τουλάχιστον εγώ το πήρα χαμπάρι. Δυστυχώς εσύ, όπως και πολλοί άλλοι, κοιμάστε ακόμη τον ύπνο του δικαίου. Τι να σας πω βρε παιδιά. Δικαίωμά σας.