“Προδότες πολιτικοί, η Κύπρος είναι ελληνική” – Διάλογος με αφορμή ένα σύνθημα

Παραθέτω την αλληλογραφία μου με το δημοσιογράφο της κυπριακής ”Σημερινής”, με αφορμή σχολιό του της 12ης Αυγούστου 2008 για το παραπάνω σύνθημα που φώναζαν νέοι της Κύπρου σε εκδήλωση μνήμης στο Παραλίμνι Κύπρου για τους Ισαάκ – Σολωμό.

Το αρχικό άρθρο του Μ. Δημητρίου:

http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=345627

Προδότες πολιτικοί και αυτόνομοι πατριώτες

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ

TOY ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«ΠΡΟΔΟΤΕΣ πολιτικοί, η Κύπρος είναι ελληνική» διαβάζω ότι φώναζαν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες φοιτητές και οργανωμένοι μοτοσικλετιστές εναντίον βουλευτών διάφορων κομμάτων και άλλων πολιτικών στελεχών, ενώ κατέθεταν στεφάνια στους τάφους των Ισαάκ και Σολωμού στο κοιμητήριο Παραλιμνίου. Η είδηση μού έφερε μια παλιά ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά και μια αίσθηση αποκαρδίωσης που έρχεται από μακριά, από τη διαταραγμένη εφηβεία των ανθρώπων της γενιάς μου, των παιδιών που λίγο πριν από το πραξικόπημα και την εισβολή ούρλιαζαν το ίδιο και άλλα παρόμοια συνθήματα στις αυλές των Γυμνασίων και στους δρόμους της Αμμοχώστου, τρία χιλιόμετρα πιο πέρα. Δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι πατριωτικοί κλώνοι εκείνων των παιδιών, δεν ξέρω ποια πολιτική μήτρα τούς γέννησε και τους εμφύσησε όλην αυτήν τη βία και την περιφρόνηση κατά της οργανωμένης δημοκρατικής ζωής, κατά των κοινοβουλευτικών κομμάτων και κατά των εκλελεγμένων με την ψήφο του λαού πολιτικών.

Το εκπληκτικό είναι ότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε μια Κύπρο, που αναδύθηκε από τη στάχτη της καταστροφής πιο σοφή και πιο ώριμη πολιτικά και που έγινε με την αξία της μέλος της μεγάλης δημοκρατικής οικογένειας της Ευρώπης. Ακόμα οι πιο πολλοί από αυτούς σπουδάζουν σε πανεπιστήμια είτε της Κύπρου είτε άλλων ευρωπαϊκών χωρών με παράδοση δημοκρατικής ζωής, με ανοχή και σεβασμό αυτού που έχει διαφορετική πολιτική ή άλλην άποψη.
Λοιπόν; Φαίνεται ότι τίποτε από αυτά δεν κόλλησε στο μυαλό και στην καρδιά τους, αφού οι προκαταλήψεις τους αποδεικνύονται πιο δυνατές από τις εμπειρίες τους. Βεβαίως, οι άνθρωποι αυτοί νοιάζονται και αγαπούν την πατρίδα τους όσο ο καθένας, αλλά το πρόβλημα είναι ότι μονοπωλούν για τον εαυτό τους αυτή την έγνοια και αυτή την αγάπη και την αρνούνται στους υπόλοιπους – σε όσους τουλάχιστον θεωρούν «συνθηκολογημένους» και, βεβαίως, «προδότες».

Τι πιο εύκολο, λοιπόν, από το ουρλιαχτό «Προδότες πολιτικοί, η Κύπρος είναι ελληνική»; Το σύνθημα, ουσιαστικά, είναι μια φιλολογική παγίδα, με το πρώτο μέρος της να αντιμάχεται και να συγκρούεται με το δεύτερο: Eνώ στο πρώτο μέρος του είναι μια ωμή και απερίφραστη βρισιά κατά των «προδοτών πολιτικών», στο δεύτερο μέρος του είναι ένας εύηχος ευσεβοποθισμός για μια «ελληνική Κύπρο», που υποτίθεται ότι οι «προδότες πολιτικοί» δεν συμμερίζονται και όπου δεν χωρούν και δεν περιλαμβάνονται, βεβαίως, ούτε οι «προδότες πολιτικοί», αλλά ούτε και οι άλλοι συμπατριώτες, οι Τουρκοκύπριοι.

Έτσι, λοιπόν, αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία, την πολιτική και τον πατριωτισμό οι κράχτες του συνθήματος, που γράφτηκε ότι ανήκουν σε «αυτόνομες» οργανώσεις. Αν οι λέξεις διατηρούν ακόμα τη σημασία τους, θα περίμενε κανείς περισσότερη ελευθερία σκέψης από ανθρώπους «αυτόνομους», δηλαδή απαλλαγμένους και ανέγγιχτους από κομματικές αγκυλώσεις και απελευθερωμένους από τα πιο δυσάρεστα στοιχεία της κληρονομιάς των κομμάτων, που είναι να κουβαλούν τα πάθη τους σαν παλιό πολυφορεμένο ρούχο.

Η πρώτη μου απάντηση (δημοσιεύτηκε στη Σημερινή της 15ης Αυγούστου 2008, αλλά μόνον στην έντυπη έκδοση και δεν είναι διαθέσιμη στο Ίντερνετ):

Αγαπητέ κ. Δημητρίου,

Διαβάζω εξ Ελλάδος με ενδιαφέρον τις αναλύσεις σας στη “Σημερινή”. Όπως πάντα, διακατέχονται από μια έντονη αντι-εθνικιστική θεώρηση. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Το αντίθετο. Όμως το σημερινό σας άρθρο με απογοητεύει. Αμφισβητείτε ότι “η Κύπρος είναι ελληνική”. Αυτό δεν είναι “φιλολογική παγίδα”, όπως λέτε, είναι μια πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα, την οποία βέβαια είναι αλήθεια ότι πολλοί από την ελληνική πλευρά συστηματικά προσπαθούν να αρνηθούν από το 1974 και μετά. Επιτρέψτε μου να το θεωρώ αυτό ένα είδος συλλογικού “συνδρόμου Στοκχόλμης”.

Γράφετε ότι το “ουρλιαχτό” αυτό παραβλέπει τους συμπατριώτες σας Τ/κ. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Οι Τουρκοκύπριοι ήταν από την αρχή μια φιλήσυχη μειονότητα, που ζούσε αρμονικά με τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων και που με μεθοδικές κινήσεις έγινε όργανο στα χέρια της ιμπεριαλιστικής Τουρκίας. Εξεδιώχθησαν από τα χωριά τους με ενέργειες της ΤΜΤ. Ήδη αποτελούν μειονότητα και στα κατεχόμενα, θύματα της εθνοκάθαρσης που οι Τούρκοι επέβαλαν τελικά όχι μόνον σε βάρος των Ελλήνων της Κύπρου, αλλά και των ίδιων των Τουρκοκυπρίων. Αν σήμερα φύγουν οι έποικοι, ως αποτέλεσμα ενός εγκλήματος πολέμου, το ποσοστό των Τ/κ στο νόμιμο πληθυσμό της Κύπρου θα είναι μικρότερο από 10%.

Και ναι μεν δεν έχει κανείς αντίρρηση να τους αναγνωριστούν κοινοτικά δικαιώματα και αυτοδιοίκηση σε θέματα εκπαίδευσης, θρησκείας, πολιτισμού κλπ. Να κατοχυρωθεί και η αποτελεσματική συμμετοχή τους στη διοίκηση του Κυπριακού κράτους. Ουδεμία αντίρρηση. Όσο όμως και να ενισχυθούν τα θεσμικά δικαιώματά τους, ποτέ δεν θα σταμτήσουν να είναι μειονότητα, σε σχέση με τη συνολική ταυτότητα της όλης νήσου. Επιτέλους, πόσο μικρή πρέπει να είναι μια μειονότητα για να επηρεάσει τη γενική ταυτότητα ενός τόπου; Το ποσοστό των μουσουλμάνων που αισθάνονται Τούρκοι, επί παραδείγματι, στην ελληνική Θράκη είναι μεγαλύτερο αναλογικά στον τοπικό πληθυσμό της Δυτικής Θράκης από το ποσοστό των Τουρκοκυπρίων. Σταματάει για αυτό το λόγο να είναι ελληνική η Δυτική Θράκη;

Το ζήτημα είναι απλό, κ. Δημητρίου: Οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου κατοχύρωναν υπέρ της Αγγλίας και, δευτερευόντως, της Τουρκίας, ακριβώς αυτό το οποίο εσείς τώρα αναπαράγετε με άλλη μορφή: Κατοχυρωναν δηλαδή ότι το “εγγυημένα ανεξάρτητο” κυπριακό κράτος δεν θα είναι ένα ελληνικό κράτος. Θα είναι ένα κράτος στο οποίο δεν θα μπορεί να κυβερνήσει η πλειονότητα χωρίς τη συναίνεση της μειονότητας. Αυτό που μπορεί να κάνει στο Βέλγιο το 56% των Φλαμανδών δεν έπρεπε να μπορεί να το κάνει το 82% των Ελλήνων στην Κύπρο. Αυτό ήταν η θεσμική παγίδα των Άγγλων, στην οποία ανοήτως έπεσε ο Ελληνισμός. Το 1963 το κράτος ήδη δεν μπορούσε να κυβερνηθεί και φθάσαμε στα 13 σημεία και την Τουρκανταρσία. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Εισβολή, εθνοκάθαρση, διζωνική φιλολογία, σχέδιο Ανάν. Άραγε όλα αυτά σταματούν να κάνουν την Κύπρο ελληνική; Από ό,τι ξέρω οι πρόσφυγες εξακολουθούν να εκλέγουν τους δημάρχους τους, οι Μητροπολίτες να ασκούν την εκκλησιαστική εξουσία τους κλπ. με βάση την τοπική οργάνωση προ της εθνοκάθαρσης. Αυτό δείχνει και ποιο είναι το πραγματικό φρόνημα του λαού. Δεν χρειάζονται διαδηλώσεις για να το καταλάβουμε. Όμως η θεσμική μορφή που δίδεται σε όλα αυτά τα μορφώματα “λύσεων”, περιλαμβανομένης και της Ζυρίχης-Λονδίνου, στόχο έχουν ένα πράγμα και μόνον: να σταματήσει η Κύπρος να είναι ελληνική. Σε αυτό αντιστέκονται οι νέοι μας και σε αυτό αντιστέκεται το σύνολο του λαού, όσο και αν δεν αρέσει σε ορισμένους.

Αν απέτυχε ο Ελληνισμός στο να προστατέψει την εδαφική ακεραιότητα και τη συνολική ελληνικότητα της Κύπρου, δεν απέτυχε διότι ήθελε και ποθούσε το συλλογικό αυτοπροσδιορισμό του με βάση την εθνική του ταυτότητα. Απέτυχε διότι η ηγεσία, οι “προδότες πολιτικοί”, που έλεγαν τα παιδιά, δεν προσπάθησαν ποτέ ουσιαστικά να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Τον απεμπόλησαν το στόχο αυτόν, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, όλοι, τελικά. Κυρίως δια της αρνήσεως να υπάρξει αποτελεσματική στρατιωτική υπεράσπιση της Κύπρου κατά την εισβολή. Η άρνηση αυτή βαραίνει κυρίως τους ώμους της Ελλάδας, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία, την αιτία δηλαδή της “αποτυχίας” της επιδίωξης του εθνικού πόθου των Κυπρίων Ελλήνων. Χρειάζεται αλλαγή φρονήματος και άμυνα στις αγγλο-τουρκικές μεθοδεύσεις. Και αταλάντευτη διεκδίκηση όσων ανήκουν στον Ελληνισμό.

Και, μια που είστε τόσο αντι-εθνικιστής, έχω μια πρόταση να σας κάνω. Αντί να ασχολείστε με τον υποτιθέμενο εθνικισμό της από δω πλευράς, που δεν είναι εθνικισμός, αλλά διεκδικήση των όσων μας ανήκουν, δεν ασχολείστε και με κανέναν πραγματικό εθνικισμό, όπως αυτόν της Τουρκίας, που επιμένει να κρατάει 43.000 στρατό σε ξένο κράτος, να κρατάει εκτοπισμένους 200.000 Έλληνες πρόσφυγες, καθώς και Τουρκοκύπριους, να ζητεί διεύρυνση των εγγυητικών της δικαιωμάτων με τα σχέδια Ανάν κλπ.; Καθώς και με τον εθνικισμό της χώρας που σας φιλοξενεί, της Αγγλίας, η οποία επιμένει να κρατάει στρατιωτικές βάσεις σε έδαφος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά της; Είμαι βέβαιος ότι εκεί θα βρείτε πολύ περισσότερο εθνικισμό να πολεμήσετε, παρά στην από εδώ, τη βασανισμένη και πραγματικά αδικημένη πλευρά.

Με εκτίμηση,

Γεώργιος Μάτσος, Δ.Ν. - Δικηγόρος

Η ανταπάντηση του Μ. Δημητρίου στο ίδιο φύλλο της Παρασκευής 15 Αυγούστου 2008:

http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=345861

Ο ρεπόρτερ απέναντι στο σύνθημα

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ

TOY ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Πριν προχωρήσετε στην ανάγνωση του κειμένου, διαβάστε την επιστολή του δικηγόρου Γιώργου Μάτσου από τη Θεσσαλονίκη στη σελίδα 11, που σχολιάζει το άρθρο μου της περασμένης Τρίτης – υπενθυμίζω ότι θέμα του ήταν το σύνθημα «Προδότες πολιτικοί η Κύπρος είναι ελληνική», που φώναξαν φοιτητές μη κομματικών νεολαιών, ενώ γινόταν κατάθεση στεφανιών στους τάφους των Ισαάκ και Σολωμού την Κυριακή 10 Αυγούστου, στο Παραλίμνι.
Παρατηρώ αρχικά ότι ο κ. Μάτσος αποφεύγει να τοποθετηθεί στην κυριότερη θέση του άρθρου μου, που ήταν αρνητική απέναντι στην επίθεση των φοιτητών κατά των πολιτικών και ουσιαστικά κατά των δημοκρατικών θεσμών του κράτους. Αναρωτιέμαι αν ο επιστολογράφος θεωρεί «φυσιολογική» ή «δικαιολογημένη» αυτή την περιφρονητική απαξίωση της πολιτικής ζωής και των εκλελεγμένων εκπροσώπων του κυπριακού Ελληνισμού, που με μια μονοκοντυλιά οι νεαροί διαδηλωτές σκάρταραν και πρόγραψαν ως «προδότες». Βεβαίως οι κράχτες του συνθήματος και οποιοσδήποτε άλλος έχουν κάθε δικαίωμα να διατυπώνουν ειρηνικά και χωρίς άσκηση βίας ακόμα και τις πιο απαξιωτικές και μηδενιστικές απόψεις για την πολιτική και τους πολιτικούς στην πατρίδα τους, επιφυλάσσω όμως κι εγώ και ο καθένας, το δικαίωμα να εκφράζω τη διαφωνία μου σε αυτή την εύκολη αλλά εμπρηστική συνθηματολογία, που είναι αναξιόπιστη γιατί είναι απόλυτη.

Όχι, κ. Μάτσο, δεν αμφισβητώ την ελληνικότητα της Κύπρου, ούτε την ελληνικότητα των Ελλήνων της Κύπρου, αμφισβητώ όμως την ηθική και πολιτική αίσθηση ευθύνης εκείνων που φωνάζουν ότι είναι πιο Έλληνες από τους Έλληνες κι εκείνων που κάνουν την ελληνικότητα της Κύπρου συστατικό μέρος βίαιων συνθημάτων. Και βέβαια δεν μπορώ να δεχθώ την προσβλητική σας εκτίμηση ότι όσοι Ελληνοκύπριοι δεν έχουν τη δική σας αντίληψη περί ελληνικότητας και πατριωτισμού, πάσχουν από οποιοδήποτε «σύνδρομο Στοκχόλμης», δηλαδή «ταυτίζονται» με τους απαγωγείς τους, στην προκειμένη περίπτωση με τους Τούρκους κατακτητές. (Προσωπικά ήμουν απέναντι από το στρατό κατοχής για 26 μήνες στη διάρκεια της θητείας μου στις Δυνάμεις Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς και για άλλα 30 χρόνια στη διάρκεια της μάχιμης εφεδρείας μου και κάθε άλλο παρά «ταύτιση» είχα με τους στρατιώτες του Αττίλα).

Μην ανησυχείτε, λοιπόν, η Κύπρος δεν «θα σταματήσει να είναι ελληνική» με το να διεκδικεί ειρηνικά αυτά που της ανήκουν και με το να λειτουργεί ως σύγχρονη δημοκρατία μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Την ελληνικότητά της θα τη διακινδύνευε αν ενέδινε σε ένα δεύτερο αυτοκτονικό εμφύλιο σπαραγμό και στη λογική των λαϊκών δικαστηρίων, που βαφτίζουν «προδότες» τους εκλελεγμένους πολιτικούς της.

Όσο για τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, αυτή τη «θεσμική παγίδα των Άγγλων όπου ανοήτως έπεσε ο Ελληνισμός», όπως λέτε, (μια ζωή εμείς οι Έλληνες κλαψουρίζουμε ότι πέφτουμε στις παγίδες των ξένων), ήταν η καλύτερη υπό τις τότε περιστάσεις λύση, που εξασφάλιζε την ελληνικότητα της ελληνικής πλειοψηφίας. Όλοι τώρα ευχόμαστε, ματαίως, να μπορούσαμε να επιστρέψουμε σε αυτές, για να γλιτώσουμε από το βραχνά της κατοχής και των εποίκων, αλλά το πουλί έχει πετάξει μακριά, κυνηγημένο από τους δύο κυρίαρχους εθνικισμούς του νησιού – και τώρα βρισκόμαστε μπροστά στον αδιάλλακτο τουρκικό εθνικισμό, που τόσο παραστατικά περιγράφετε.

Λέτε ότι είμαι «αντι-εθνικιστής», με παρουσιάζετε περίπου να κάνω μια εκστρατεία ιεραποστολικού τύπου από κάποιο δογματικό προμαχώνα εναντίον του εθνικισμού και με ανακαλείτε μάλιστα σε τάξη, για να «πολεμήσω» όχι τον εθνικισμό των Ελληνοκυπρίων που δεν είναι κακός, γιατί κατά την αντίληψή σας «δεν είναι εθνικισμός», αλλά τον «κακό» εθνικισμό των Τούρκων και των Άγγλων.

Στο άρθρο μου πάντως δεν χαρακτήρισα «εθνικιστές» τους νεαρούς κράχτες του επίμαχου συνθήματος και δεν βάζω ταμπέλες ούτε στον εαυτό μου. Δεν είμαι λοιπόν «πολεμιστής» εναντίον κανενός «-ισμού», δεν ανήκω σε κόμμα, οργάνωση, δόγμα ή ομάδα, είμαι από είκοσι χρονών ένας ρεπόρτερ με προσωπική άποψη, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Στα τριάντα χρόνια που γράφω, ασχολήθηκα και με τον εθνικισμό των χωρών που αναφέρετε, ομολογώ όμως ότι θα ήθελα να ασχολούμαι πιο συχνά με άλλα καλύτερα στοιχεία που έχουν μέσα τους και οι Έλληνες και οι Τούρκοι και οι Άγγλοι και όλοι οι λαοί στον κόσμο.

Η δική μου ανταπάντηση, που δημοσιεύθηκε στο χθεσινό φύλλο, 20 Αυγούστου 2008:

http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=346157

Η παραίτηση από όσα μας ανήκουν

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΤΣΟΥ*

Ευχαριστώ για τη δημοσίευση της επιστολής μου και για την αναλυτική σας απάντηση. Ανταπαντώ τα ακόλουθα: Η απάντηση στο κεντρικό σας ερώτημα είναι ακριβώς το αντίστροφο από αυτό που γράφετε: η απεμπόληση του στόχου της προστασίας της συνολικής ελληνικότητας της Κύπρου αποτελεί αντιδημοκρατική πρακτική όλων των εκλεγμένων κυβερνήσεων. Οι κυβερνήσεις εκλέγονται μεν με δημοκρατικές διαδικασίες, όμως η πολιτική τους είναι εντέλει αντιδημοκρατική, επειδή δεν υπακούουν στις λαϊκές επιταγές, φτάνουν μάλιστα στο σημείο να συκοφαντούν και να υπονομεύουν, με διάφορους τρόπους, το λαϊκό φρόνημα. Τελικά, υπάρχει σοβαρό έλλειμμα εκπροσώπησης του λαού από τα εκλεγμένα όργανα. Υπάρχει “διαδικαστική δημοκρατία” μόνον, ενώ το ζητούμενο είναι να υπάρχει, εκτός από διαδικαστική, και “ουσιαστική δημοκρατία”, να γίνεται πολιτική με βάση τη βούληση του λαού, όπως σε κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Από το “νενικήκαμεν” του Μακαρίου το 1960, έως το “όσοι είναι εναντίον της διζωνικής, να το πουν”, του Δ. Χριστόφια, το 2008, οι πολιτικοί συστηματικά δρουν αντίθετα στο φρόνημα του λαού. Ας μην πάμε καν στα “η Κύπρος κείται μακράν” κτλ., που ακούστηκαν εξ Ελλάδος. Όταν το έλλειμμα εκπροσώπησης του λαού στα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα φθάνει σε σημείο περιφρόνησης του λαού, η λαϊκή οργή απαξιώνει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Σηκώνω, λοιπόν, ευθέως το γάντι που μου πετάτε: ναι, χωρίς να υιοθετώ τη λέξη “προδότες” ως συνολικό χαρακτηρισμό, θεωρώ φυσιολογική και δικαιολογημένη την περιφρονητική απαξίωση της πολιτικής ζωής και των εκλεγμένων εκπροσώπων του κυπριακού (και όχι μόνον) Ελληνισμού από τη νεολαία. Ας αποφύγουμε την εύκολη απαξίωση της αυθόρμητης λαϊκής αντίδρασης και ας την κατανοήσουμε και ερμηνεύσουμε. Να αντιληφθούμε για ποιον λόγο φώναξαν αυτό το σύνθημα. Είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε;

Αμφισβητείτε την ηθική και πολιτική αίσθηση ευθύνης των διαδηλωτών. Μα, όταν βλέπουν ότι οι πολιτικοί υπερασπίζονται, όχι την ελληνικότητα της Κύπρου, αλλά, είτε την τουρκική επικυριαρχία είτε μιαν ακαθόριστη μετα-εθνικότητα για την Κύπρο και την ταυτότητά της, μέσα από τις προτεινόμενες μορφές λύσης, πρέπει να αφήσουν τους πολιτικούς να κάνουν ό,τι θέλουν; Να αποδεχθούν την εθνική λοβοτομή, που επιχειρείται να διαπραχθεί, μεταξύ άλλων, μέσω “μεταρρυθμίσεων” της Ιστορίας; Ούτε νομίζω να θεωρούν εαυτούς αυτοί οι νέοι πιο Έλληνες από άλλους. Πίσω από τις λέξεις “προδότες πολιτικοί” υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, που, αξιολογικά ουδέτερα, είναι έλλειμμα ουσιαστικής εκπροσώπησης. Η πιο τρανταχτή απόδειξη του ελλείμματος αυτού είναι το 76% του “όχι”, όταν οι περισσότεροι πολιτικοί ήταν στο “ναι” και οι περισσότεροι που τελικά υποστήριξαν το “όχι” το έκαναν υπό το βάρος του συντριπτικού λαϊκού φρονήματος.

Η ύπαρξη συλλογικού “σύνδρομου Στοκχόλμης” δεν είναι υποτιμητική ούτε προσβλητική. Είναι κάτι που φυσιολογικά συμβαίνει, όταν το θύμα εξαναγκάζεται σε υπερβολική συναναστροφή με το θύτη. Είναι η πιο εύλογη ερμηνεία της υπερβολικά γαλαντόμου προσέγγισης στον κατακτητή. Υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ αυτού που πραγματικά συμβαίνει (κατοχή, εθνοκάθαρση, κτλ.) και αυτού που πράττει και φρονεί η ηγεσία. Κανονικά, το σύνολο του Ελληνισμού θα έπρεπε να είχε κηρύξει πανστρατιά απελευθέρωσης των κατεχομένων. Δεν το έπραξε ποτέ. Αντίθετα, έχουμε παραίτηση, εξωραϊσμό του κατακτητή, απεμπόληση των αυτονοήτων. Αν τα πούμε αυτά προδοσία, σας φαίνεται “εύκολη και εμπρηστική συνθηματολογία”. Αν τα πούμε συλλογικό σύνδρομο Στοκχόλμης, σας φαίνεται προσβλητικό. Επιτέλους, πώς μπορείτε να ερμηνεύσετε εσείς διαφορετικά τέτοια τεράστια παραίτηση από την πεμπτουσία των όσων θα έπρεπε να διεκδικούμε; Αν υπήρχε τουλάχιστον “ειρηνική διεκδίκηση” όσων μας ανήκουν, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει παραίτηση από όσα μας ανήκουν.

Για τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου παραδέχεστε εμμέσως ότι δεν εξασφάλιζαν την ελληνικότητα της Κύπρου, αλλά την ελληνικότητα των… Ελλήνων της Κύπρου! Ούτε καν οι εμπνευστές τους, βέβαια, δεν μπορούσαν να προβλέψουν το φαινόμενο των Νεοκυπρίων. Οι τελευταίοι είναι η ζωντανή απόδειξη ότι οι συμφωνίες εκείνες, απόρροια των οποίων είναι όλα τα μετέπειτα δεινά, ούτε καν την ελληνικότητα των Ελλήνων της Κύπρου δεν διασφάλισαν…
Για τα “καλύτερα στοιχεία” των Τουρκοκυπρίων, θα ήθελα να σχολιάσω μια πτυχή των πρόσφατων δημοσκοπήσεων της “Σημερινής”: Σχεδόν όλοι τους αποδέχονται και στηρίζουν το φρικτό έγκλημα της γενοκτονικής εθνοκάθαρσης κατά του Ελληνισμού. Τους αρέσει όπως είναι σήμερα, δεν διανοούνται ανατροπή των αποτελεσμάτων της εθνοκάθαρσης. Θα συμφωνούσαν οι Τουρκοκύπριοι να επιστρέψουν όλοι, Ε/κ και Τ/κ, πίσω στις εστίες τους, στην προ του 1964 κατάσταση; Από τη δημοσκόπηση προκύπτει πως όχι. Αυτό, όμως, θα ήταν το σωστό και το δίκαιο. Το πρόβλημά μας δεν είναι τα καλά στοιχεία, το πρόβλημά μας είναι τα κακά στοιχεία, που δυστυχώς επικρατούν σήμερα. Αν εθελοτυφλούμε, η πραγματικότητα θα πάρει σκληρά την εκδίκησή της. Οι πολιτικοί πρέπει να προστατεύουν το λαό από υπαρκτές απειλές, από τον κατακτητή, και γι’ αυτό υπάρχουν και εκλέγονται. Αν αναλίσκονται στο να ψάχνουν πραγματικές ή φανταστικές καλές πτυχές στον κατακτητή, τότε μην περιμένετε να υιοθετήσει ποτέ ο λαός άλλη στάση απέναντί τους, εκτός από την απαξίωση.

Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι δεν σας “ανακάλεσα στην τάξη”, απλώς άσκησα κριτική ως αναγνώστης. Ας μην προβαίνουμε σε μαξιμαλιστικές διαστρεβλώσεις, κύριε Δημητρίου, όταν δεν έχουμε άλλη απάντηση.

* Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη

Η δεύτερη ανταπάντηση του Μ. Δημητρίου που δημοσιεύθηκε στο ίδιο χθεσινό φύλλο της “Σημερινής”, δεν είναι όμως διαθέσιμη στο Ίντερνετ:

Η δημοκρατία, η μπανανία και το σύνθημα

Του Μάριου Δημητρίου

Απαντώ σήμερα σε μια δεύτερη επιστολή του δικηγόρου Γιώργου Μάτσου από τη Θεσσαλονίκη, που δημοσιεύεται σήμερα στη σελίδα 10. Η συζήτηση μπαίνει σε σκοτεινά νερά, γιατί έχουμε εδώ το επιχείρημα ότι στην Κύπρο «οι κυβωερνήσει εκλέγονται μεν με δημοκρατικές διαδικασίες, όμως η πολιτική τους είναι εντέλει αντιδημοκρατική, επειδή δεν υπακούουν στις λαϊκές επιταγές, φθάνουν μάλιστα σε σημείο να συκοφαντούν και να υπονομεύουν με διάφορους τρόπους το λαϊκό φρόνημα».

Κατά την αντίληψη του αρθρογράφου δεν υπάρχει στην Κύπρου «ουσιαστική», αλλά «διαδικαστική» δημοκρατία, δηλαδή ένα δείγμα φαινομενικής δημοκρατίας, επειδή, όπως υποστηρίζει, «από το ‘νενικήκαμεν’ του Μακαρίου το 1960 έως το ‘όσοι είναι εναντίον της διζωνικής το 2008, οι πολιτικοί συστηματικά δρουν αντίθετα στο φρόνημα του λαού».

Πρέπει να πω ότι τα επιχειρήματα του κ. Μάτσου γεμάτα με φλογερή φιλοπατρία, που επικαλύπτει ένα εκπληκτικό πολιτικό μηδενισμό, μου θυμίζουν σπίτι ωραίο, αλλά ακατοίκητο δυστυχώς. Διαζωγραφίζει τους Κύπριους πολιτικούς και Προέδρους Δημοκρατίας με τα πιο μαύρα χρώματα, τους βγάζει με λίγα λόγια άχρηστους, άσχετους, αδύνατους και εθνικά αποπροσανατόλιστους και αδιάφορους, αλλά δεν μας λέει καθαρά – εφόσον ο ίδιος ξέρει προφανώς όλες τις απαντήσεις στα κρίσιμα εθνικά μας ερωτήματα – τι πρέπει να τους κάνουμε και πρέπει να κάνουμε γενικά (Η αναφορά του σε «πανστρατιά απελευθέρωσης των κατεχομένων, που θα έπρεπε να είχε κηρύξει το σύνολο του Ελληνισμού» είναι πολύ μεγάλο ζήτημα για να χωρέσει στη μικρή μου στήλη).

Εισηγείται ότι «η νεολαία» – δηλαδή η ακραία μειοψηφία που βγάζει «προδότες» όσους δεν συμμερίζονται τις φαντασιώσεις της – δεν πρέπει να αφήσει τους πολιτικούς να κάνουν ό,τι θέλουν και δεν πρέπει να αποδεχθεί την «εθνική λοβοτομή». Δεν διευκρινίζει πώς πρέπει να εμποδίσει τους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού «να κάνουν ό,τι θέλουν». Σε κάποιες περιπτώσεις «η λαϊκή οργή», όντως, «απαξίωσε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα» ανέτρεψε αντιδημοκρατικά τους εκλεγμένους πολιτικούς και έφερε στην εξουσία φωτισμένους εθνοσωτήρες που διέλυσαν τα πάντα και μετέτρεψαν τη δημοκρατία σε μπανανία, για να… σώσουν την κινδυνεύουσα πατρίδα. Αυτό δεν έκανε η «λαϊκή οργή» στην Ελλάδα και στην Κύπρο το 1967 και το 1974 αντιστοίχως;

Βέβαια, οι νεαροί κράχτες του συνθήματος περί «προδοτών πολιτικών» δεν έχουν καμία σχέση με πραξικοπήματα και έχουν κάθε δικαίωμα να εξωτερικεύουν ειρηνικά και χωρίς βία την εθνική τους οργή, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούν το αυτονόητο, το προφανές και το δεδομένο: ότι ζουν σε μια δημοκρατία ουσιαστική και όχι διαδικαστική, όπως ισχυρίζεται ο κ. Μάτσος και ότι σε αυτόν τον τύπο δημοκρατίας, άμα δεν τους αρέσουν οι πολιτικοί, πάνε στην κάλπη και τους καταψηφίζουν.

Στη δημοκρατία υπάρχουν εκλογές και υπάρχουν νόμιμα δικαστήρια, και τους «προδότες» πολιτικούς ο λαός τους αρνείται με την ψήφο του ή τους προσάγει σε νόμιμες δίκες για ν’ αποδείξει τους ισχυρισμούς περί «προδοσίας» τους. Δεν περιορίζεται απλώς σε εύκολους λεκτικούς προπηλακισμούς και σε καφενόβιες φωνασκίες. Και στην Κύπρο, κ. Μάτσο, ο λαός ψηφίζει και θέλει στο Προεδρικό και στη Βουλή αυτούς που οι φοιτητές στο Παραλίμνι αποκάλεσαν «προδότες», όλους αυτούς που κατά τη δική σας αντίληψη είναι σε κατάσταση «παραίτησης από όσα μας ανήκουν».

Θα ήμουν ο τελευταίος που θα ισχυριζόμουν ότι οι πολιτικοί μας είναι όλοι άψογοι, τέλειοι και αλάνθαστοι. Κάποιοι από αυτούς στο παρελθόν, άλλοι πρόσφατα, έκαναν και λάθη και απροσεξίες και ενέργειες που, πιστεύω, έβλαψαν το σύνολο. Οι πιο πολλοί είναι μέτριοι και μας απογοητεύουν συχνά. Όμως ο λαός στη μεγάλη πλειοψηφία του, στηρίζει το σύστημα που τους αναδεικνύει γιατί ξέρει ότι δεν έχει άλλην επιλογή από τη δημοκρατία και ότι χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει πατρίδα ούτε ταυτότητα, ούτε νόημα στη ζωή.

Τέλος, παραθέτω τη σημερινή δεύτερη δική μου ανταπάντηση, που απέστειλα προ ολίγου στον κ. Δημητρίου, χωρίς να έχει δημοσιευθεί ακόμη (ίσως να συμβεί αυτό τις επόμενες ημέρες):

Αγαπητέ κ. Δημητρίου,

Είμαι υποχρεωμένος να σας ζητήσω να ανακαλέσετε τις διαστρεβλωτικές και συκοφαντικές αιτιάσεις σας για το ζήτημα περί “διαδικαστικής” και ”ουσιαστικής” δημοκρατίας. Νομίζω ότι είναι περισσότερο από σαφές ότι στην επιστολή μου τονίζω ρητά την ανάγκη να υπάρχει “εκτός από διαδικαστική, και ουσιαστική δημοκρατία” χωρίς βέβαια να αντιπαραθέτω καθ’ οιονδήποτε τρόπο “διαδικαστική” και “ουσιαστική” δημοκρατία έναντι αλλήλων. Με εμφανίζετε όμως, με βάση τη διαστρέβλωση, εμμέσως αλλά σαφώς, ως δήθεν υπέρμαχο πραξικοπημάτων!

Εξυπακούεται όμως ότι δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία χωρίς διαδικαστική. Η διαδικαστική δημοκρατία είναι προϋπόθεση της ουσιαστικής. Αν δεν υπάρχει σε διαδικαστικό επίπεδο δημοκρατία (δηλαδή, ανάδειξη των κυβερνώντων και των νομοθετούντων μέσω πάνδημων εκλογών), πώς θα υπάρξει σε ουσιαστικό επίπεδο; Δεν αρκεί όμως η διαδικαστική δημοκρατία, δεν μας φτάνει. Είναι αναγκαία, αλλά όχι αρκετή από μόνη της, χωρίς την ουσιαστική δημοκρατία.

Για να μην αφήσω, πάντως, αναπάντητο το χθεσινό σας αίτημα να διευκρινίσω πώς πρέπει να αντιδράσουν οι πολίτες απέναντι στην έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας, να πω λοιπόν τα εξής: πρέπει να μην επιτρέπουν στους πολιτικούς να τους μεταβάλουν φρόνημα, να σκέφτονται ελεύθερα και καθαρά και να διαμαρτύρονται όσο πιο έντονα μπορούν με κάθε νόμιμο τρόπο και με κάθε ευκαιρία απέναντι στη νόθευση της ουσιαστικής εκπροσώπησής τους. Σε επίπεδο θεσμών, θα έπρεπε τέλος να ακολουθήσουμε το παράδειγμα λαών πιο προηγμένων θεσμικά, ιδίως των Ελβετών, που έχουν επιτύχει μέσω του θεσμού της πρωτοβουλίας πολιτών για δημοψηφίσματα, να μην επιτρέπουν τους πολιτικούς να τους εκπροσωπούν χωρίς να υπακούουν τελικά στην ουσιαστική λαϊκή βούληση.

Είμαι πάντως σε κάθε περίπτωση βέβαιος ότι οι αναγνώστες έβγαλαν τα συμπεράσματά τους από την αντιπαράθεση των επιχειρημάτων.

Με εκτίμηση,

Γεώργιος Μάτσος
Θεσσαλονίκη

Εδώ κλείνει (προς το παρόν…) η παράθεση του διαλόγου. Φίλοι του ιστολογίου, ζητώ συγγνώμη για το μακροσκελές της καταχώρησης, νομίζω όμως ότι τέθηκαν σημαντικά ζητήματα ταυτότητας στον εν λόγω διάλογο και θεώρησα καλό να τον μεταφέρω και στο ιστολόγιο.

Γιώργος Μάτσος

4 Responses to ““Προδότες πολιτικοί, η Κύπρος είναι ελληνική” – Διάλογος με αφορμή ένα σύνθημα”

  1. Dimitrios says:

    Από την αρχαιότητα υπήρχαν ηγέτες που δεν ανταποκρίνονταν στο φρόνημα του λαού τους.Ο λαός του Άργους ήθελε να βοηθήσει τους Μεσσήνιους ,ο Βασιλιάς τους όμως απέσυρε τον στρατό τους,αφού συνεννοήθηκε μόνος του με τους Σπαρτιάτες .Πρώην στρατηγός των σπαρτιατών έγινε σύμβουλος των περσών και πολλές άλλες προδοσίες ηγετικών στελεχών του ελληνισμού.
    Μας λέει ο κ. Δημητρίου ότι δεν είναι πιθανή μια προδοσία ,είναι δυνατόν ,η ιστορία διδάσκει το αντίθετο.Η αρχαία Αθήνα είχε παντού τους ανθρώπους της ,για να περνάει τα συμφέροντά της ,απ’αυτήν έμαθαν τα νεώτερα κράτη,έμείς θα παριστάνουμε ότι δεν είναι έτσι ???
    Το πονηρό κατεστημένο,??, έχει τους ανθρώπους της και στούς δημοσιογράφους,καθηγητές πανεπιστημίου,δικαστές,ρασοφόρους Δεσποτάδες κ.ά.Να αγαπάμε την αλήθεια και το δίκαιο ,μην μας ξεγελάσουν,να μην ξεχνάμε, ”ει Θεός μεθ’ημών ουδείς καθ’ήμών ”.Το δίκαιο είναι η Κύπρος στην Ελλάδα ,αυτό λέει η λογική !!!

  2. ama8ousios says:

    Χαίρετε,

    Σας συγχαίρω για την πρωτοβουλία σας να εμπλακείτε στην συζήτηση με τον δημοσιογράφο της Σημερινής, όπως επίσης και για την επιχειρηματολογία σας, με την οποία και σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ (συνεπώς συμφωνώ με τις ρίζες του συνθήματος), παρότι θεωρώ ότι το σύνθημα το ίδιο γενικεύει, βάλλοντας αδιακρίτως κατά πάντων. Αντιλαμβάνομαι ότι παρακολουθείτε να τεκταινόμενα στο νησί μας, συνεπώς όσα θα πω μάλλον δεν θα είναι άγνωστα. Εξαρχής ξεκαθαρίζω ότι όσα θα πω δεν αφορούν (τουλάχιστον όχι αποκλειστικά) τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο, τις απόψεις του οποίου δεν γνωρίζω.

    1) Η πρώτη παρατήρηση, ουσιαστικά απόπειρα ερμηνείας της στάσης του δημοσιογράφου (όχι προσωπικά του συγκεκριμένου επαναλαμβάνω, αλλά ευρύτερα του πλαισίου στο οποίο «οφείλει» να κινείται ο δημόσιος λόγος, και ακόμη η σκέψη-νοοτροπία μας), αφορά αυτό που λέμε political correctness, ή αλλιώς το ήπιον των τόνων, ο καθορισμός άκρων και η χρήση της μέσης οδού. Οτιδήποτε ξεφεύγει από τον κανόνα αυτό, απορρίπτεται άμεσα, κόβεται, δεν μπαίνει καν στη διαδικασία κρίσης. Με άλλες λέξεις, το «δίκαιο» το οποίο έχεις ή διεκδικείς (σε εθνικά πάντοτε θέματα) δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ποσοστό το 60-70%. Προκάλεσε το σύνθημα (βαριά λέξη ο προδότης, και για ορισμένους ασήκωτη η ελληνικότητα), και έπρεπε κάπως να απαντηθεί η πρόκληση.

    2) Το δεύτερο, και σε απόλυτη συνάφεια με το πρώτο, το οποίο είναι εμφανές από το αρχικό ήδη άρθρο του δημοσιογράφου, είναι η έμμεση, πλην σαφής, παραπομπή στο πραξικόπημα. Αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος και το ύστερο και ατράνταχτο επιχείρημα στην αιτιολόγηση του χρυσού κανόνα. Η εν ονόματι της δημοκρατίας καταρράκωση του διαλόγου με την άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση των δημοκρατικών αρχών του συνομιλητή. Πείρα τούτου λάβατε και εσείς στη δεύτερη απάντηση του δημοσιογράφου. Ενοχή η οποία (επιχειρείται να) φορτώνεται στους ώμους ακόμα και ατόμων τα οποία (κατά παραδοχή του δημοσιογράφου, κλώνους τους ονομάζει) δεν είχαν καν γεννηθεί τότε. Δεν θα επεκταθώ…

    3) Ενδιαφέρουσα η διάκριση που επιχειρείτε μεταξύ διαδικαστικής και ουσιαστικής δημοκρατίας. Δύο σημεία:
    - Επιχειρήσατε να κτυπήσετε κέντρο, να προσδιορίσετε τη ρίζα, και μάλιστα σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα. Αυτό προκάλεσε και την αντίδραση του συνομιλητή σας. Αιτιολογήσατε το επιχείρημά σας, ευλόγως, με αναφορές στο 60 και το 2004. Αγνοείτε μήπως ότι μεγάλο μέρος του πολιτικού χώρου (στον όρο συμπεριλαμβάνω και τους φορείς δημόσιου διαλόγου, άρα και τη δημοσιογραφία) επεδίωξε και εν πολλοίς κατάφερε να θεωρείται το σχέδιο του Ανάν ξεπερασμένο ως θέμα συζήτησης (πάλιωσε), και μάλιστα κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο; Θα έπρεπε ίσως να κάνετε αναφορά στα τελείως πρόσφατα, όπως λ.χ. οι παραχωρήσεις (ως ευελιξία και πραγματισμός αναφέρονται θαρρώ) του προέδρου, για τις οποίες ουδείς λόγος έγινε καθ όλη την περίοδο που προηγήθηκε της εκλογής του. Είναι αυτό ένδειξη παρατηρούμενης στην πράξη απόκλισης μεταξύ διαδικαστικής και ουσιαστικής δημοκρατίας; Ή μήπως είναι κάτι χειρότερο: προβληματική λειτουργία της διαδικαστικής ήδη δημοκρατίας; Ή μήπως κανένα από τα δύο δεν ισχύει, μιας και εγώ πιστεύω ότι οι προϋποθέσεις διαδικαστικής τουλάχιστον δημοκρατίας υπάρχουν. Αυτό με φέρνει στο δεύτερο σημείο.
    - Αν όντως η διαδικαστική δημοκρατία λειτουργεί, τι μας μένει; Ότι η προβληματική παράμετρος ίσως να είναι το ίδιο το εκλογικό σώμα (υπερβολικά απρόσωπος ως όρος), οι ψηφοφόροι. Εγώ, εσύ, ο δίπλα, ο παρακάτω… Η δική μου άποψη είναι ότι η διαδικαστική δημοκρατία νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα, οδηγεί στην ουσιαστική. Καταλήγω λοιπόν στο ότι εμείς, οι πολίτες, οι Έλληνες του ακριτικού νησιού, αρεσκόμαστε στο να παραμυθιαζόμαστε, ξεχάσαμε! Συνεπώς ίσως έχουμε αυτό ακριβώς που μας πρέπει. Αν εξακολουθήσουμε τον ίδιο δρόμο, ίσως στο μέλλον να αναφέρεται ως όρος «το σύνδρομο της Κύπρου». Απαισιόδοξη ίσως άποψη, ας μην ξεχνάμε όμως ότι η ιστορία έχει απρόσμενες καμπές.

    4) Τελευταία παρατήρηση (φοβάμαι ότι έχω ήδη καταχραστεί το χώρο) , ανεξάρτητη από τα προηγούμενα: ο δημοσιογράφος στο αρχικό του άρθρο τοποθετεί εισαγωγικά στις λέξεις που αναφέρονται στην αυτονομία των οργανώσεων, μέλη των οποίων είναι όσοι φώναζαν το επίμαχο σύνθημα. Ενταγμένους σε κομματικούς μηχανισμούς προφανώς δεν τους θεωρεί, αλλά ούτε και ακριβώς ανένταχτους-αυτόνομους. Ούτε ενταγμένοι, ούτε μη-ενταγμένοι. Τι στο καλό είναι;;; Η απάντησή του: άνθρωποι με περιορισμένη ελευθερία σκέψης, μη-απαλλαγμένοι και μη-ανέγγιχτοι από κομματικές αγκυλώσεις και μη-απελευθερωμένοι από τα πιο δυσάρεστα στοιχεία της κληρονομιάς των κομμάτων. Μπέρδεμα…

    Αμαθούσιος

  3. Γιώργος Μάτσος says:

    Αγαπητέ Αμαθούσιε,

    Σας ευχαριστώ καταρχάς για την πολύ αναλυτική σας παρέμβαση. Ενημερώνω ότι ο κ. Δημητρίου δημοσίευσε χθες στη στήλη του την επιστολή μου (το πλήρες κείμενό της), αλλά αυτή τη στιγμή ο υπολογιστής μου δεν μπορεί να μπει στην ιστοσελίδα της “Σημερινής” για να αναδημοσιεύσω το πλήρες άρθρο.

    Στα πολύ ενδιαφέροντα που λέτε, θα ήθελα καταρχάς να πω ότι δεν είχα σκοπό να μπω ιδιαίτερα στην ουσία του Κυπριακού. Πέρα από την “πανστρατιά απελευθέρωσης των κατεχομένων”, που ουδέποτε κηρύχθηκε και που είναι το βασικό σφάλμα των ηγεσιών, δεν είχα να πω κάτι άλλο στον κ. Δημητρίου.

    Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν τελείως διαφορετικός από τους λοιπούς τρεις τελευταίους Προέδρους. Λόγω ηλικίας, δεν έζησα ιδιαίτερα τον κ. Σπ. Κυπριανού, ούτε το Μακάριο. Πιστεύω, πάντως, ότι ο Τάσσος ήταν ο καλύτερος Πρόεδρος που είχε ποτέ η Κυπριακή Δημοκρατία (περιλαμβανομένου και του Μακαρίου) και ο μονάδικος άξιος ηγέτης που είχε ο Ελληνισμός από τον Ιω. Μεταξά και μετέπειτα. Στο αρχικό μου κείμενο (το οποίο μου ζήτησε η εφημερίδα να περιορίσω σε 800 λέξεις, για να είναι δημοσιεύσιμο), έλεγα κάποια πράγματα περισσότερα για τους “προδότες πολιτικούς”, τα οποία αναγκάστηκα να κόψω για να μείνει η ουσία.

    Η διαδικαστική δημοκρατία λειτουργεί. Δεν έχουμε βία και νοθεία, δεν στήνουμε στρατιές “δικών μας” δικαστικών αντιπροσώπων για να αλλοιώσουμε το αποτέλεσμα, κόμματα πολλά υπάρχουν, υποψηφιότητα βάζει όποιος θέλει. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να φέρει από μόνη της την ουσιαστική δημοκρατία. Δεν είναι νομοτελειακό. Κάθε άλλο. Η διαδικαστική δημοκρατία μπορεί να είναι το άλλοθι για την μη ύπαρξη ουσιαστικής δημοκρατίας. Προσέξατε μια από τις τοποθετήσεις του κ. Δημητρίου; Ο λαός ψηφίζει και θέλει στο Προεδρικό και στη Βουλή αυτούς που οι νέοι αποκάλεσαν προδότες, συνεπώς, έχουμε ουσιαστιή δημοκρατία. Πραγματικά, μου είναι πολύ δύσκολο να πιστέψω αυτή την ομολογία χρησιμοποίησης των εκλογών ως άλλοθι αντι-λαϊκών επιλογών και ενεργειών! Ψηφίζει, σου λέει, άρα εγκρίνει, εσύ τι πρόβλημα έχεις; Ναι, αλλά όπως πολύ σωστά λέτε εσείς, ο Χριστόφιας ορισμένα πράγματα δεν τα είχε πριν τις εκλογές.

    Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με προφανή περίπτωση εξαπάτησης του εκλογικού σώματος. Η διαδικαστική δημοκρατία μας δεν προβλέπει τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση. Έχουμε αφαιρέσει λίγες, αλλά σημαντικές ασφαλιστικές δικλείδες, που μας αποτρέπουν να στείλουμε τον Πρόεδρο σπίτι του, αν δεν κάνει αυτά για τα οποία τον ψηφίσαμε. Άρα, ούτε εκεί (στη διαδικαστική δημοκρατία) υπάρχει πληρότητα. Το πρόβλημα όμως με την έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας είναι ευρύτερο και σημαίνει ότι, τελικά, έχει δημιουργηθεί μια πολιτική τάξη πλήρης εξαρτήσεως, που της απαγορεύουν να κάνει πολιτική για το λαό.

    Για να δούμε και το δικό μας Στυλιανίδη, εδώ. Ξεκίνησε αποσύροντας τις πρώτες ημέρες της Υπουργείας του το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Φθάνει σήμερα, ένα χρόνο μετά, να καταργεί, στην ουσία, το μάθημα των Θρησκευτικών από τα σχολεία. Και αυτό μάλιστα με ένα Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο σήμερα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ακολουθήσει παλαιότερη νομολογία του, που έβγαζε όλες αυτές τις μεθοδεύσεις ευθέως αντισυνταγματικές. Τι σημαίνει η πολιτική Στυλιανίδη; Ότι οι πολιτικοί, ακόμη και όταν ξεκινούν με καλές προθέσεις, στην πορεία αναγκάζονται να συμβιβαστούν με ένα σωρό καταστάσεις. Λέμε “συμβιβαστούν” για να αποκαλέσουμε εύηχα αυτό που στην πραγματικότητα κάνουν: ότι ξεπουλούν τελικά τα πάντα, αποσκοπώντας στην προσωπική τους πολιτική επιβίωση.

    Είδαμε ότι και αυτός ακόμη ο Τάσσος δεν ακολούθησε πολύ διαφορετική πορεία. Όσο η κυβέρνηση της Ελλάδας (Σημίτη-Γιωργάκη) προωθούσε “εργολαβικά” το Σχέδιο Ανάν, υπέκυπτε και αυτός. Στη Χάγη το είχε αποδεχθεί το Σχέδιο Ανάν. Στις 13 Φεβρουαρίου 2004 έστειλε τη γνωστή επιστολή ζητώντας να ξαναρχίσει η διαδικασία. Άλλαξε στάση μόλις άλλαξε η ελληνική κυβέρνηση. Που συμβιβάστηκε και αυτή στην πορεία. Ήταν ευτύχημα ότι είχαμε τότε μια κυβέρνηση με φρέσκια μετεκλογική αυτοπεποίθηση που δεν είχε ανάγκη κανέναν.

    Τι κάνουμε λοιπόν; Εγώ δεν βλέπω διέξοδο. Κάποια στιγμή πρέπει να στείλει ένας ηγέτης, αν ποτέ βρεθεί, σπίτι τους/ στη χώρα τους, όλους αυτούς που ξεπουλάνε σήμερα τη χώρα στα ξένα, πρωταρχικά, συμφέροντα. Ο Paul Craig Roberts μας το είπε πολύ καθαρά στο άρθρο του που αναδημοσίευσε το Παρόν την περασμένη Κυριακή: Το μόνον που κάνει η Αμερική με τους “συμμάχους” της είναι να εξαγοράζει την υποστήριξή τους! Να εξαγοράζει! Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί: Τόσα χρόνια εξορίας ποιος συντηρούσε τον Κ. Καραμανλή στο Παρίσι; Τον τέως βασιλιά στη Ρώμη και στο Λονδίνο; Τον Α. Παπανδρέου στην Αμερική, στη Σουηδία, όπου αλλού ήταν; 11 χρόνια ο Καραμανλής στο Παρίσι, ποιος τον ζούσε; Νομίζω ότι είναι προφανές ότι πρόκειται για χρήματα ξένων δυνάμεων. Αυτά όλα δημιουργούν δεσμεύσεις.

    Λέει ο στρατηγός Αλευρομάγειρος στη συνέντευξη που αναδημοσιεύει το Αντίβαρο ότι από 23 Ιουλίου μέχρι 14 Αυγούστου οι συγκεντρωνόμενοι Τούρκοι στο προγεφύρωμα της Κερύνειας ήταν ένας θαυμάσιος στρατιωτικός στόχος. Κανένας δεν έριξε ούτε μια ντουφεκιά. Ο αγαπητός στρατηγός αποδίδει στη χουντα τις ευθύνες που τις αναλογούν, λησμονεί όμως ότι από τις 24 Ιουλίου δεν είχαμε πια χούντα, αλλά Καραμανλή. Ποιος ήταν αυτός λοιπόν που αποφάσισε να μην χτυπηθεί αυτός ο στόχος; Ποιος ήταν αυτός που αποφάσισε να μην πολεμήσουμε στην Κύπρο; Δεν ήταν ο Εθνάρχης Καραμανλής;

    Το μεγάλο ζήτημα και ερώτημα είναι το τι μπορείς να κάνεις εναντίον αυτής της τάξης πολιτικών που ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη δική τους πολιτική επιβίωση. Και, από τη στιγμή που είναι δεδομένο ότι οι χουντες δεν είναι λύση, το μόνο που μένει είναι προσευχή στον καλό Θεούλη…

  4. Carroll24Janelle says:

    Various people in all countries get the loan from various creditors, just because that is easy and fast.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.